Tuesday, May 15, 2007

Η Προδομένη Βελούδινη Επανάσταση


Υπήρχε κάτι το θαυμαστό και συνάμα κάτι το εξόχως θλιβερό στην κινητοποίηση των Ουκρανών για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος που έχρισε Πρόεδρο τον φιλορώσο Γιανουκόβιτς. Το θαυμαστό στοιχείο έγγειται στο πάθος με το οποίο ο Ουκρανικός λαός έσπευσε να υπεραμυνθεί του κοινοβουλευτικού συστήματος που τόσο πρόσφατα απέκτησε. Οι διαδηλωτές είναι αποφασισμένοι να επανορθώσουν εδώ και τώρα την αδικία, όχι μέσω της προσφυγής σε μακρόσυρτες και αδιαφανείς δικαστικές διαδικασίες όπου κάθε είδους παρασκηνιακή διαπραγμάτευση είναι δυνατή, αλλά μέσω μιας άμεσης και δυναμικής λαϊκής παρέμβασης που όταν συμβαίνει στην σφαίρα της πολιτικής, ισοδυναμεί με θεϊκή παρέμβαση όπως την εννοεί η θεολογία, σαν ένα φαινόμενο που ανατρέπει τους σταθερούς νόμους που διέπουν το φυσικό βασίλειο.[i]
Στην παραφορά των ανθρώπων που κατέκλυσαν την πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου, στην ακτιβιστική αντίληψη που έχουν για την ιδιότητα του πολίτη και στην πεποίθηση τους ότι αφού η πολιτική εξουσία εκπορεύεται από τον λαό, τότε ο λαός έχει ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα να την ασκήσει ενεργά, διακρίνουμε την ρομαντική εκείνη εκδοχή της δημοκρατίας για την αναβίωση της οποίας μίλησε ο Ζίζεκ[ii] και που εμείς στην Δύση από καιρό έχουμε λησμονήσει. Είναι πράγματι δείγμα τραγικής ειρωνίας ότι η ιδέα της δημόσιας αρετής, με την έννοια της συνεχούς επαγρύπνησης για την προστασία των δημοκρατικών ελευθεριών, προϋποθέτει και έναν βαθμό δυσπιστίας του πολίτη προς τον εκάστοτε ηγεμόνα και το θεσμικό / νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός ασκεί την εξουσία του. Την στιγμή που αυτό που οι Δυτικοί εμπειρογνώμονες ορίζουν ως πολιτική σταθερότητα (που μεταφράζεται σε μια ομαλή εναλλαγή κυβερνήσεων μέσω της εκλογικής διαδικασίας και στην εξάλειψη της πιθανότητας ανάληψης εκ μέρους των πολιτών οποιασδήποτε αυτόνομης δράσης όπως η διαμαρτυρία ή η εξέγερση) παγιωθεί σε νεόκοπες δημοκρατίες όπως η Ουκρανία, η δημοκρατική αναγέννηση που πολλοί οραματίστηκαν μετά την κατάρρευση του Τείχους θα είναι παρελθόν, αφού κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται πως οι αντιστάσεις του πλήθους έχουν οριστικά καμφθεί. Ο δρόμος για την εμφάνιση φαινομένων διαφθοράς, κατάχρησης και σφετερισμού της νόμιμης εξουσίας ανοίγει διάπλατα όταν παύει να υπάρχει ο φόβος της πιθανότητας μιας συντονισμένης λαϊκής αντίδρασης, ενός ξεσηκωμού των πολιτών. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε την λογική αλληλουχία που ενυπάρχει ανάμεσα στις παραπάνω διαπιστώσεις και στην υποχρέωση των πολιτών να ξεσηκωθούν ενάντια σε μια άδικη και τυραννική κυβέρνηση που συνιστά το θεμελιώδες άρθρο σχεδόν κάθε σύγχρονης δημοκρατικής συνταγματικής συνθήκης. Στις κοινωνίες του ύστερου κοινοβουλευτισμού ο ακρογωνιαίος λίθος της δημοκρατικής νομιμότητας, η έμπρακτη εκδήλωση της αρχής της λαικής κυριαρχίας που την καθιστά απτή πραγματικότητα και όχι νεκρό γράμμα, έχει εξοβελιστεί προ πολλού από την επίσημη πολιτική κουλτούρα και έχει απόληξη την ατροφία των θεσμών και την αλλοίωση και δυσλειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος διακυβέρνησης.
Όμως, η εξέγερση των Ουκρανών δεν είναι τόσο αυθόρμητη όσο εκ πρώτης όψεως μπορεί να μοιάζει. Τα πλήθη που συνέρρευσαν στο κέντρο της Ουκρανικής πρωτεύουσας χειραγωγούνται από μια μερίδα της πολιτικής ελίτ, αυτήν του υποψηφίου Γιούσενκο, που μεταχειρίζεται την δυναμική των μαζικών κινητοποιήσεων ως μοχλό πίεσης στο δικό της παιχνίδι εξουσίας. Πρόκειται για σκηνοθετημένη εξέγερση που εντάσσεται στο πλαίσιο της αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Ουκρανίας σε μια νέου τύπου αντιπαράθεση που αναπαράγει τους συγκρουσιακούς όρους και τις διαχωριστικές γραμμές της ψυχροπολεμικής περιόδου. Η ευγενής κληρονομιά της Άνοιξης της Πράγας, μιάς αυθεντικής επαναστατικής ρήξης με την Σοβιετική τυραννία, και των αναίμακτων, ‘βελούδινων’ επαναστάσεων που σηματοδότησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, γίνεται σήμερα αντικείμενο εκμετάλλευσης από αδίστακτους καιροσκόπους πολιτικούς του πρώην ανατολικού μπλοκ που μετατρέπουν την ιστορική εμπειρία της ειρηνικής επανάστασης σε μοντέλο δράσης για την αποσταθεροποίηση και αποκαθήλωση των μετα-σοβιετικών καθεστώτων. Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι πρόκειται για την επεξεργασία από τα δεξιά μιας μηχανιστικής μεθόδου ανατρεπτικής δράσης αντίστοιχης με αυτήν της επαναστατικής εστίας (foco theory) του κομμουνιστή Ερνέστο Γκεβάρα, μια φόρμουλα προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της μεταψυχροπολεμικής περιόδου και στις συνθήκες που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο πολιτικό τοπίο της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε θέατρο μεταψυχροπολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ από την μια μεριά και στη νέα Ρωσία του Πούτιν από την άλλη. Μπορεί το υπόδειγμα της βελούδινης επανάστασης όπως αυτή εκτυλίχθηκε στην Πράγα το 1968, να υπήρξε κατ’εξοχήν προϊόν του ψυχρού πολέμου, όμως η στρατηγική γραμμή της βελούδινης επανάστασης, η μεθοδευμένη και κυνική εκμετάλλευση των προσδοκιών και των ονείρων ενός ολόκληρου λαού ως μέσον για την τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων στην εξουσία των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, είναι το δίχως άλλο μια πρόσφατη εξέλιξη. Είναι η στερεοτυπική απάντηση της Δύσης, στην κατάχρηση δημοκρατικών εξουσιών στην οποία συστηματικά προβαίνουν οι φιλορωσικές ελίτ στα πρώην κομμουνιστικά κράτη για να ισχυροποιήσουν την εξουσία τους και να εξουδετερώσουν κάθε αντιπολιτευτική τάση στο εσωτερικό (αλλοίωση ή παραχάραξη εκλογικών αποτελεσμάτων, χρήση κυβερνητικών κονδυλίων για υποστήριξη ημέτερων υποψηφίων, τάσεις συγκεντρωτισμού των εξουσιών, υπαγωγή ανεξάρτητων θεσμικών οργάνων σε κρατικό έλεγχο). Στην Ουκρανία σήμερα, όσο και στη Γεωργία πριν από έναν χρόνο, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το νέο πρόσωπο του Ψυχρού Πολέμου.
Και ο Ουκρανικός λαός; Φοβούμαι ότι οι υποστηρικτές του Γιούσενκο ασυνείδητα αγωνίζονται για να κατοχυρώσουν το δικαίωμα που θα τους επιτρέψει να διαδηλώσουν αργότερα κατά του ανθρώπου που τώρα με τόσο πάθος υπερασπίζονται. Ο Γιούσενκο μπορεί να περιβάλλεται τον ιδεολογικό μανδύα του φιλοδυτικού μεταρρυθμιστή, υποσχόμενος προσέγγιση με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και άνοδο του βιοτικού επιπέδου, όμως τα μέχρι τώρα δείγματα γραφής των πνευματικών συνοδοιπόρων του όπου αυτοί ανέλαβαν την εξουσία, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικά μπορούν να χαρακτηριστούν.
Η οριστική επικράτηση της Βελούδινης Επανάστασης και η συνακόλουθη κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος δεν επέφερε τον δραστικό εκδημοκρατισμό των κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά κατέληξε σε μια χειρουργικού τύπου μεταφύτευση του δυτικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου στην πιο ατελή του μορφή. Στην Ρωσία ήταν ο φιλελεύθερος εκσυγχρονιστής Γέλτσιν που επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, στην αποσάρθρωση του κρατικού μηχανισμού που τώρα προσπαθεί να ανασυγκροτήσει ο Πούτιν, και στον πλήρη ευτελισμό της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης στις διεθνείς υποθέσεις. Οι νεότευκτες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ευρώπης που προήλθαν από τις μαζικές εξεγέρσεις του 1989, σε καμία περίπτωση δεν αναδείχτηκαν μετά την απελευθέρωση τους σε ενεργά υποκείμενα με ανεξάρτητη φωνή στην διεθνή σκηνή. Απλώς αντάλλαξαν την καταναγκαστική κηδεμονία της πρώην ΕΣΣΔ, με μιάν άλλη μορφή κηδεμονίας, αυτήν της εθελούσιας υποταγής και τυφλής αφοσοίωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η προσήλωση στα ιδανικά της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας που φαινομενικά επαγγέλονταν οι απανταχού αντι-κομμουνιστές αντιφρονούντες, όπως ο ‘σεβάσμιος’ Βάτσλαβ Χάβελ, πήγε περίπατο όταν ο Μπους πήρε την απόφαση να αιματοκυλήσει το Ιράκ.
Όσο για την οικονομία, οι ‘αναγεννημένοι δημοκράτες’ του πρώην ανατολικού μπλοκ παρουσιάζονται ως ένθερμοι υποστηρικτές του πιο πρωτόγονου οικονομικού φιλελευθερισμού, σε μια θλιβερή πραγματικά προσπάθεια να καταστήσουν τις χώρες τους ελκυστικές ως προς την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Επιζητώντας την άνευ όρων ενσωμάτωση των εθνικών τους οικονομιών στο σύστημα της διεθνοποιημένης αγοράς, στην πραγματικότητα οι ανατολικοευρωπαίοι ηγέτες διεκδικούν για τις χώρες τους την όχι και τόσο τιμητική θέση του επιχειρηματικού παραδείσου, που εν πολλοίς συνίσταται στην θεσμοθέτηση φορολογικών απαλλαγών προς όφελος των επιχειρήσεων, στην συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, τη χαλάρωση του κανονιστικού πλαισίου που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και την μόνιμη καθήλωση των εισοδημάτων σε σχέση με τα επίπεδα των αμοιβών που ισχύουν στις ανεπτυγμένες κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης. Εξέλιξη που εκ των πραγμάτων αποκλείει οποιαδήποτε πιθανότητα μελλοντικής εισοδηματικής σύγκλισης μεταξύ του Ευρωπαικού Κέντρου και της πρώην κομμουνιστικής περιφέρειας. Στην θέση της πνιγηρής μισθολογικής ομοιομορφίας που είχε επιβληθεί επί κομμουνισμού, οι φλογεροί επαναστάτες που διαδέχτηκαν στην εξουσία την σταλινική νομενκλατούρα εισήγαγαν απορρυθμιστικά μέτρα, συμμορφούμενοι με τις επιταγές της δυτικής οικονομικής ορθοδοξίας, που οδήγησαν σε έξαρση της κοινωνικής ανισότητας, καταδικάζοντας μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε μια ζωή φτώχειας κι εξαθλίωσης. Σήμερα μπορούν να υπερηφανεύονται ότι τα κύρια εξαγώγιμα ‘προϊόντα’ των χωρών τους είναι οι καλλίγραμμες νεαρές χορεύτριες που κατακλύζουν τα νυχτερινά διασκεδαστήρια της δυτικής Ευρώπης και οι κάθε λογής Ρωσικές, Ουκρανικές, Αλβανικές ή Ουγγρικές μαφίες, δίκτυα επαγγελματιών κακοποιών με διακρατική οργάνωση και δράση. Αντί λοιπόν να οργανώνουν συναντήσεις με τα μέλη των Σερβικών φοιτητικών οργανώσεων κοινωνικής ανυπακοής που πρωτοστάτησαν στις διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος Μιλόσεβιτς,[iii] ίσως θα ήταν πιο συνετό για τους οπαδούς της Ουκρανικής αντιπολίτευσης να απευθυνθούν στους πολίτες της Γεωργίας με ένα απλό ερώτημα: πόσο καλύτερη είναι η ζωή μετά την πραγματοποίηση και της δεύτερης βελούδινης επανάστασης σας; Ίσως έτσι να γλιτώσουν από την μοίρα του τραγικού ήρωα της αρχαιότητας, αυτήν του ανθρώπου που άθελα του, και παρόλο που νομίζει ότι πράττει το σωστό, στην πραγματικότητα με κάθε του ενέργεια βαδίζει ολοένα και πιο κοντά προς την ολοκληρωτική κατα
[i] Αυτό που οι θεολόγοι αποκαλούν ‘Θαύμα’.
[ii] Σ. Ζίζεκ, Μίλησε Κανείς για Ολοκληρωτισμό; (Scripta, 2002), σελ. 345-6.
[iii] Timothy Garton Ash, Freedom’s Front Line, The Guardian, 25/11/2004.

Monday, May 14, 2007

Επίθεση στο Λονδίνο: Μαζική Δολοφονία ή Αντάρτικο;


Την επαύριο των βομβιστικών επιθέσεων στο Λονδίνο ο Τόνι Μπλερ εμφανίστηκε ως φτηνή απομίμηση του Τσόρτσιλ στις τηλεοράσεις και προανήγγειλε την τελική επικράτηση του «ανεπτυγμένου κόσμου» στην μάχη κατά των τρομοκρατών, διατυμπανίζοντας τη χαλύβδινη αποφασιστικότητα του να υπεραμυνθεί του «τρόπου ζωής μας» που εσχάτως έχει περιέλθει στο στόχαστρο της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Οι προαναφερόμενες μελοδραματικές διακηρύξεις του Άγγλου πρωθυπουργού δεν αποσκοπούν στον καθησυχασμό της Βρετανικής κοινής γνώμης, όπως πολλοί αναλυτές διαβεβαιώνουν. Αντίθετα, στοχεύει στον αποπροσανατολισμό του Βρετανικού κοινού και στην παραπληροφόρηση του σχετικά με τις πραγματικές αιτίες της συνεχιζόμενης τρομοκρατικής εκστρατείας ισλαμιστικής προέλευσης που πλήττει τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα των ευρωπαϊκών κρατών. Χρησιμοποιώντας το διάτρητο επιχείρημα της σύγκρουσης των πολιτισμών ο Μπλερ αποπειράται να συγκαλύψει την πολιτική φύση της αντιδικίας με τους στρατευμένους ισλαμιστές καθώς και να αποκρύψει τα πολιτικά διακυβεύματα που εξαρτώνται από την έκβαση της, όπως είναι η συνέχιση της κατοχής μουσουλμανικών εδαφών από ξένες δυνάμεις και η υποδούλωση μιας μεγάλης μερίδας των μουσουλμανικών εθνών με σκοπό την εξασφάλιση του πλήρους ελέγχου της Δύσης επί των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, με «παιδικές» δηλώσεις περί θρησκόληπτων φανατικών που «μισούν» την ελευθερία η Αγγλική κυβέρνηση επιχειρεί να αποποιηθεί των ευθυνών της σχετικά με την εμπλοκή της στον παράνομο πόλεμο του Ιράκ και να εξοβελίσει προληπτικά από τον επερχόμενο δημόσιο διάλογο κάθε πιθανό συσχετισμό που μπορεί να γίνει μεταξύ της εγκληματικής της πολιτικής στο Ιράκ και των επιθέσεων στο μετρό του Λονδίνου.
Παρ’όλα αυτά, οι επιθέσεις του Λονδίνου πρέπει να εκληφθούν ως αυτό που πραγματικά ήταν. Αντίμετρα δηλαδή εκ μέρους της ένοπλης ισλαμικής αντίστασης για την συμμετοχή της Βρετανίας στην απρόκλητη κατακτητική εκστρατεία εναντίον του Ιράκ και στην συνεχιζόμενη παραμονή Αγγλικών στρατευμάτων σε Αραβικό έδαφος. Το Λονδίνο ήταν το τελευταίο επεισόδιο σε μια εκστρατεία ένοπλης πάλης που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα από ένα διεθνές ένοπλο ισλαμικό κίνημα. Το χτύπημα δεν ήταν απροσδόκητο αφού ο Μπιν Λάντεν είχε επανειλημμένα προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο πραγματοποίησης στρατιωτικής επιχείρησης σε Βρετανικό έδαφος σε προγενέστερα μηνύματα του. Ο Λάντεν έθετε σαν όρο για την ματαίωση των επιθέσεων την τροποποίηση της στάσης της Αγγλικής κυβέρνησης έναντι των μουσουλμάνων σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Παλαιστίνη και την απόσυρση της υποστήριξης που παρέχει απλόχερα η Βρετανία στη φιλοπόλεμη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Ακόμη, σε ξεχωριστό μήνυμα του, ο Λάντεν απευθύνθηκε απευθείας στους λαούς της Ευρώπης παρακάμπτοντας εντελώς τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις τους και τους έθεσε προ των ευθυνών τους, προθυμοποιούμενος να προσφέρει, «…μια πρωτοβουλία συμφιλίωσης σε αυτούς [τους λαούς της Ευρώπης], που περιλαμβάνει την υπόσχεση μας να σταματήσουμε τις επιχειρήσεις ενάντια σε όποια χώρα αναλάβει δέσμευση να απόσχει από επιθέσεις εναντίον μουσουλμάνων και να μην παρεμβαίνει στις υποθέσεις τους – συμπεριλαμβανόμενης της συνομωσίας των ΗΠΑ σε βάρος του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου».[i]
Σύμφωνα με τον Λάντεν, εάν οι ευρωπαϊκοί λαοί επιθυμούσαν πραγματικά την αποκατάσταση του δικαιώματος τους στην ασφάλεια, ένα δικαίωμα το οποίο υποθηκεύτηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα των κυβερνήσεων τους, δεν είχαν παρά να καταψηφίσουν στις εκλογές τα πολεμοχαρή, φιλοαμερικανικά κόμματα (Λαϊκό Κόμμα στην Ισπανία, Νέοι Εργατικοί στη Βρετανία) και να εγκαταστήσουν στην κυβέρνηση κόμματα που δεν διάκεινται εχθρικά προς την παγκόσμια ισλαμική κοινότητα και με τα οποία το διεθνές ένοπλο ισλαμιστικό κίνημα είναι πρόθυμο να συνάψει άτυπο σύμφωνο μη-επίθεσης. Μια τέτοια κίνηση, στην οποία προσφάτως προέβη ο ισπανικός λαός, δεν συνιστά υπαναχώρηση στις διαθέσεις των τρομοκρατών, όπως αρέσκονται να υποστηρίζουν τα αμερικανικά ΜΜΕ, αλλά έμπρακτη συναίνεση στο δίκαιο αίτημα των μουσουλμάνων για τερματισμό της δολοφονικής αμερικανικής και εβραϊκής κατοχής των εδαφών τους και ανάκτηση της αυτονομίας τους απέναντι στον απροκάλυπτο παρεμβατισμό της Δύσης. Παρά την μαζική και εκπεφρασμένη αντίθεση τους στον πόλεμο του Ιράκ, οι Βρετανοί απέτυχαν να τιμωρήσουν τον εγκληματία πολέμου Μπλερ στις εκλογές του Ιουνίου και να του αφαιρέσουν την πρωθυπουργία, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κόμματα όπως οι Φιλελεύθεροι Δημοκρατικοί του Τσαρλς Κέννεντυ και το RESPECT του Τζορτζ Γκάλογουέι που αντιτάχθηκαν σθεναρά στην εισβολή κατά του Ιράκ και προέβαλαν ως δόκιμη εναλλακτική λύση έναντι του ζουρλομανδύα του κομματικού διπολισμού.
Τα χτυπήματα του Λονδίνου στόχευαν ακριβώς σε μια αλλαγή αυτής της νοοτροπίας που ευθύνεται για την διατήρηση των Εργατικών στην εξουσία. Ήταν περισσότερο απόπειρα παρέμβασης στην πολιτική διαδικασία και υπενθύμισης της σύγκρουσης που βρίσκεται εν εξελίξει, παρά τρομοκρατική επιχείρηση που στόχευε σε αντεκδικήσεις και μεγιστοποίηση των απωλειών μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. Γράφτηκε ότι όπως συνέβη με τον Μπους στις ΗΠΑ, ο Μπλερ στηρίχτηκε για την επανεκλογή του στο έργο που είχε να επιδείξει η κυβέρνηση του σε σχέση με την επιτυχή διαχείριση εσωτερικών ζητημάτων όπως η ανάπτυξη, η μείωση της ανεργίας κλπ. Με τα χτυπήματα του Λονδίνου η al-Qaeda φιλοδοξεί να προσθέσει και την ασφάλεια στον κατάλογο των εσωτερικών αυτών ζητημάτων και να καταδείξει πως η εξέλιξη του πολέμου σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Παλαιστίνη δεν είναι απλώς ένα εξειδικευμένο θέμα που εμπίπτει στην κατηγορία της αφηρημένης εξωτερικής πολιτικής, αλλά είναι θέμα που αφορά άμεσα όλους τους βρετανούς πολίτες και γι’αυτό οφείλει να λάβει προτεραιότητα έναντι των άλλων ζητημάτων ως κριτήριο αξιολόγησης του έργου της μίας ή της άλλης κυβέρνησης.
Τα χτυπήματα στο μετρό του Λονδίνου εμπεριέχουν και έναν έντονο συμβολισμό σε ότι αφορά το σκεπτικό και τους σκοπούς πίσω από τη δράση των τρομοκρατών από την άποψη ότι δεν επιλέχθηκαν στόχοι με στρατηγική στρατιωτική σημασία, όπως λόγου χάρη τα γραφεία της Αγγλικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙ6 στις όχθες του Τάμεση, ή το κέντρο οικονομικής δραστηριότητας της Αγγλικής πρωτεύουσας στην περιοχή του Σίτυ. Η επιλογή του μετρό αποσκοπούσε στο να αποδείξει περίτρανα την βούληση καθώς και την ικανότητα των τρομοκρατών να επιφέρουν καίρια πλήγματα στις υποδομές του μητροπολιτικού Λονδίνου και με αυτόν τον τρόπο να διακόψουν την ομαλή ροή της καθημερινότητας στα αστικά κέντρα της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, η al-Qaeda επιχειρεί να δρομολογήσει εξελίξεις στα ζητήματα που απασχολούν τον μουσουλμανικό κόσμο, ταράζοντας τα λιμνάζοντα νερά των κοινωνιών της Ευρώπης που θεωρούν ότι μπορούν να συνεχίζουν τη ζωή τους σε κανονικούς ρυθμούς τη στιγμή που οι κυβερνήσεις τους εμπλέκονται άμεσα ή συνεργούν με έμμεσο τρόπο στη σφαγή μουσουλμάνων παγκοσμίως και σε καθημερινή βάση.
Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως οι εκκλήσεις του Μπιν Λάντεν για μια ανοιχτή αντιπαράθεση των Βρετανών πολιτών με την κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ καθώς και οι επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις του για επερχόμενα χτυπήματα σε χώρες που πολεμούν στο πλευρό των ΗΠΑ στο Ιράκ, δεν έχουν και μεγάλη αξία από την άποψη των προληπτικών μέτρων που θα μπορούσε να λάβει ο κάθε πολίτης ξεχωριστά προκειμένου να αποφύγει να βρεθεί στη γραμμή πυρός των επιχειρήσεων της al-Qaeda. Όμως, ιδωμένο από τη σκοπιά του ισλαμιστή μαχητή το νόημα των επιθέσεων είναι ακριβώς αυτό: δεν μπορεί να υπάρξει ομαλοποίηση των συνθηκών διαβίωσης στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δεν μπορεί να υπάρξει γαλήνη και κανονικότητα όσο η διαρκής και πολυμέτωπη επίθεση κατά των μουσουλμάνων σε όλο τον κόσμο συνεχίζεται.


Μαζική Δολοφονία ή Αντάρτικο;

Ο δήμαρχος του Λονδίνου Κεν Λίβινγκστον παρομοίασε τις επιθέσεις του Λονδίνου με μαζική δολοφονία. Με βάση τα λεγόμενα του «Κόκκινου Κεν», τα χτυπήματα ήταν εγκληματικές ενέργειες που στερούνται πολιτικού νοήματος και δεν επιδέχονται θεωρητικής ή ιδεολογικής δικαιολόγησης. Άποψη μου είναι πως ακριβώς το αντίθετο ισχύει και ότι τα χτυπήματα στο βρετανικό μετρό αποτελούν μια ορθολογική επιλογή από άποψη στρατιωτικής τακτικής, σε συμφωνία με τις βασικές αρχές που διέπουν τη θεωρία και πρακτική ενός αντάρτικου κινήματος. Επιγραμματικά, μπορούμε να αναφέρουμε πως οι βασικές επιδιώξεις σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής, των χτυπημάτων σε μαλακούς στόχους όπως είναι το δίκτυο δημοσίων συγκοινωνιών της Αγγλικής πρωτεύουσας είναι οι εξής: α) να δυσχεράνουν τη θέση της βρετανικής κυβέρνησης αυξάνοντας το κόστος σε ανθρώπινες ζωές της δράσης μαχητών του εχθρού εντός της βρετανικής επικράτειας και, β) να αυξήσουν τη λαϊκή πίεση για επίλυση του ισλαμικού ζητήματος με πολιτικά μέσα καταδεικνύοντας την αναποτελεσματικότητα των κατασταλτικών μέτρων ασφαλείας. Από άποψη επιχειρησιακής εφαρμογής και υλοποίησης οι επιθέσεις ενάντια σε μαλακούς στόχους είναι σίγουρα μια απόλυτα λογική επιλογή καθώς, α) καθιστά τη πρόβλεψη και πρόληψη τρομοκρατικών χτυπημάτων εκ μέρους των υπηρεσιών ασφαλείας ουσιαστικά αδύνατη, β) έχει πολιτική απήχηση στους πληγέντες μουσουλμανικούς πληθυσμούς που συνεχίζουν να τελούν υπό το βάρβαρο καθεστώς μιας πολυεθνικής ξένης κατοχής (ΗΠΑ, Ισραήλ, Βρετανία, Ρωσία) και γ) συνιστά ρεαλιστική στρατιωτική προσέγγιση εκ μέρους των στρατηγικών εγκεφάλων που κατέστρωσαν το σχέδιο επίθεσης αφού την ίδια στιγμή που το Λονδίνο ήταν μια ανοχύρωτη πόλη με παρουσία μόλις χιλίων αστυνομικών, το Gleneagles στη Σκοτία όπου διεξαγόταν η σύνοδος του G8 και που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει φυσικό στόχο των τρομοκρατών βρισκόταν σε ανεπίσημη κατάσταση πολιορκίας φυλασσόμενο από 5.000 πάνοπλους αστυνομικούς. Στον σχεδιασμό των επιθέσεων του Λονδίνου φαίνεται λοιπόν πως πρυτάνευσε η πολιτική φρόνηση και ο στρατιωτικός ρεαλισμός και όχι όπως λέει ο Κεν Λίβινγκστον το δολοφονικό μένος των βομβιστών αυτοκτονίας.

[i] «Μήνυμα του Οσάμα Μπιν Λάντεν στους Λαούς της Ευρώπης», στο http://www.muhajiroun.com/.

Thursday, May 10, 2007

Ισλάμ και Νέα Γεωπολιτική Πραγματικότητα



Η Δύση ως Θέατρο Πολιτιστικών Συγκρούσεων

Είναι πια φανερό ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας συγκυρίας στον τομέα των διεθνών σχέσεων που έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά που προφήτευε ο Samuel Huntington, μερικά χρόνια πριν, σχετικά με την επικείμενη σύγκρουση των πολιτισμών. Για την ακρίβεια δεν εννοούμε με αυτήν μας την διαπίστωση ότι ο Huntington είχε διαγνώσει σωστά τις επικρατούσες τάσεις στο παγκόσμιο στερέωμα που ήταν γραφτό να σφραγίσουν με τρόπο αμετάκλητο τις εξελίξεις στον χώρο της διεθνούς πολιτικής. Έχουμε όμως την πεποίθηση ότι το θεώρημα της σύγκρουσης των πολιτισμών δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη θεωρητική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων, αλλά είχε τον χαρακτήρα ενός συμβουλευτικού πονήματος, ενός εγχειριδίου διεθνούς πολιτικής που σαν βασικό του σκοπό έχει να διατυπώσει ξεκάθαρα και με τρόπο συστηματικό τις αρχές της ρεάλ πολιτίκ του 21ου αιωνα. Όπως τα έργα του Henry Kissinger δεν περιορίζονται στην επιστημονική μελέτη και ακαδημαική ανάλυση των διεθνών συνθηκών αλλά περιέχουν και προτάσεις σχετικά με τα ενδεδειγμένα πρότυπα συμπεριφοράς που οφείλουν να υιοθετούν τα κράτη πάντα με βάση το εθνικό τους συμφέρον, έτσι και το έργο του Huntington προορίζεται να παίξει τον ρόλο ενός αξιόπιστου γεωπολιτικού οδηγού που θα κατευθύνει τις πολιτικές της Δυτικής συμμαχίας μέσα από τις ρευστές συνθήκες της μετα-ψυχροπολεμικής περιόδου. Αυτό είναι άλλωστε και το νόημα του χαρακτηρισμού της αυτοεκπληρούμενης προφητείας που κατά καιρούς έχουμε ακούσει να αποδίδεται στην θεωρία του Huntington από τους επικριτές του.[i]
Με βάση την παραπάνω ανάλυση γίνεται αντιληπτό ότι ουδέποτε υπήρξε πρωταρχικός στόχος του αμφιλεγόμενου αυτού δόγματος να εκθέσει μια επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη περί των καταβολών μιας πολιτισμικής κοινότητας, των συνεκτικών στοιχείων που συντελούν στην ενότητα της και των παραγόντων που επηρρεάζουν την ιστορική της εξέλιξη. Εάν ο Huntington είχε επιχειρήσει κάτι τέτοιο πολύ γρήγορα θα ερχόταν αντιμέτωπος με τα ίδια τα γεγονότα, αφού κάθε απόπειρα επαναπροσδιορισμού των ορίων της δυτικής συμμαχίας με βάση πολιτισμικά χαρακτηριστικά, θα προσέκρουε στην αυξανόμενη πολυπολιτισμικότητα των δυτικών κοινωνιών, στην εμφανή μείωση του θρησκευτικού αισθήματος μεταξύ των λαών της Δυτικής Ευρώπης[ii], και στην σταδιακή διείσδυση και εγκατάσταση πολυάριθμων μουσουλμανικών μεταναστευτικών κοινοτήτων σε έθνη-κράτη που για αιώνες αποτέλεσαν τους προμαχώνες του δυτικού πολιτισμού, όπως ο Huntington τον αντιλαμβάνεται.
Η πολυσυζητημένη άρνηση της Ευρωπαικής Ένωσης να συμπεριλάβει την παραμικρή αναφορά στον Χριστιανισμό στο προσχέδιο του κυοφορούμενου ευρωπαικού συντάγματος, είναι προϊόν ακριβώς των εξελίξεων που προαναφέραμε. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και η σημαντική μεταβολή που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην φυλετική σύνθεση του πληθυσμού των μεγάλων ευρωπαικών χωρών, που απορρέει απο την εισροή σε αυτές σημαντικών πληθυσμών από τις πρώην αποικιακές κτήσεις τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα πολιτιστικά και φυλετικά στερεότυπα που κάποτε χρησίμευαν ως αυθεντική έκφραση της εθνικής κουλτούρας και ιδιοσυγκρασίας, δεν επαρκούν πλέον για να περιγράψουν την ολοένα και πιο πολύπλοκη φύση της νέας ευρωπαικής κοινωνικής πραγματικότητας. Στην θέση του συμπαγούς, σχολαστικού ορισμού της εθνικής ταυτότητας, που θεωρούσε ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την ενότητα ενός έθνους την γλωσσική ομοιογένεια, την θρησκευτική ομοδοξία και τα κοινά ιστορικά βιώματα, προωθείται τώρα μια μεταβατική αντίληψη της κουλτούρας, βασισμένη στην ανεκτικότητα και στην αρχή του αλληλοσεβασμού της ετερότητας, και ικανή να δημιουργήσει τις συνθήκες για την σταδιακή ενσωμάτωση στο εκάστοτε έθνος των διακριτών πολιτστικών ρευμάτων που συνυπάρχουν στο πλαίσιο των σύγχρονων ευρωπαικών κοινωνιών.
Την ανάγκη για μια τέτοια προσαρμογή της εθνικής ιδέας στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό της υπόβαθρο άλλωστε, έρχονται να τονίσουν οι συχνές φυλλετικές εντάσεις στις υποβαθμισμένες περιοχές του Βρετανικού Βορρά, καθώς και οι εκρηκτικές κοινωνικές προεκτάσεις που τίνει να λάβει το μετανστευτικό ζήτημα στην Γαλλία, όπου έχει υπάρξει γκετοποίηση των μουσουλμανικών κοινοτήτων και πλήρης αποξένωση τους από τον κορμό της Γαλλικής κοινωνίας. Και φυσικά οφείλουμε να μην λησμονούμε τον κίνδυνο από την θεαματική άνοδο της άκρας δεξιάς και στις δύο χώρες, μια άνοδο που καθιστά την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα οδηγήσουν στην άμβλυνση των φυλετικών και κοινωνικών αντιθέσεων ακόμη πιο επιτακτική.
Αλλά ακόμα κι αν είμασταν διατεθειμένοι να συμφωνήσουμε με τον Huntington και να υιοθετήσουμε μια μέθοδο οριοθέτησης του αναδυόμενου στρατηγικού τοπίου με βάση την θρησκεία, θα είμασταν υποχρεωμένοι να παραβλέψουμε εσκεμμένα το γεγονός ότι μοναδικό αντιστάθμισμα στις τάσεις απομάκρυνσης των Ευρωπαίων πολιτών από τη θρησκεία, αποτελεί η αυξανόμενη θρησκευτική θέρμη και η προσήλωση στις επιταγές του Ισλάμ που επιδεικνύουν οι νεοσύστατες μουσουλμανικές κοινότητες της Δύσης.[iii] Δεν είναι τυχαίο ότι ο ριζοσπαστικός κοινωνικός Ισλαμισμός του, διαβόητου πλέον για διασυνδέσεις με την al-Qaeda, κινήματος al-Muhajiroun (A-M) που δρα στην Βρετανία, αυτοπροσδιορίζεται ως κίνημα μεταναστευτικό.[iv] Εάν λοιπόν είμασταν αναγκασμένοι να επιμείνουμε στην μεθοδολογία του Huntington και να χωρίσουμε τον κόσμο σε αντιμαχόμενα θρησκειοκεντρικά στρατόπεδα, μάλλον θα έπρεπε να θεωρήσουμε το Ισλάμ σαν την πιο ενεργή κι αναπτυσσόμενη θρησκευτική κοινότητα της Δυσης, και όχι την διαρκώς παρακμάζουσα Χριστιανοσύνη.
Αυτή η οπτική μας βοηθά να κατανοήσουμε τις διακηρύξεις των Ισλαμιστών ζηλωτών της Α-Μ στην πραγματική τους διάσταση. Στον δικτυακό τόπο της Α-Μ διαβάζουμε ότι έπειτα από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και την ουσιαστική απάλειψη της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ο Ισλαμισμός είναι η μοναδική κοσμοθεωρία που αντιπαραβάλλεται στον καπιταλιστικό υλισμό της Δύσης και που περικλύει ένα εναλλακτικό όραμα για την οργάνωση και διαχείριση της κοινωνίας.[v] Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι αυτές οι διακηρύξεις από μέρους των Ισλαμιστών δεν αποσκοπούν στον μαζικό προσηλυτισμό των γηγενών Ευρωπαικών πληθυσμών, αλλά έχουν σαν πρώτο τους μέλημα την στρατολόγηση όσο γίνεται περισσότερων οπαδών από τις αλλοτριωμένες μουσουλμανικές μειονότητες που κατοικούν σε χώρες της Ευρώπης.[vi] Αυτό βέβαια δεν αποκλείει την εμφάνιση εξαιρετικών περιπτώσεων σαν αυτή του ‘Αμερικανού-Ταλιμπάν’ Τζον Γουόκερ Λιντ, στον οποίο ο Αμερικανικός στρατός επεφύλαξε μια ιδιαιτέρως απάνθρωπη μεταχείριση για τον λόγο ότι ο Λιντ ενσαρκώνει μια άκρως ενοχλητική παρέκκλιση από την δυιστική, μανιχαιστική αντίληψη που ο Πρόεδρος Μπους έχει για τον κόσμο. Παρ’όλα αυτά, οι στρατιές αλλοτριωμένων μουσουλμάνων που διαβιούν σε Ευρωπαικό έδαφος, παραμένουν η προπαγανδιστική ομάδα στόχευσης των εξτρεμιστών ισλαμιστών και το δυνητικό στρατηγικό πλεονέκτημα που αυτοί έχουν απέναντι στην Δύση. Μια Δύση που, θαρρείς για να επιβεβαιώσει τις καταγγελίες φανατικών φονταμεταλιστών κληρικών σαν τον Abu-Hamza, έχει κηρύξει έναν ολομέτωπο, αν και ανομολόγητο, πόλεμο κατά του Ισλαμικού κόσμου.



Οι Ανυπότακτοι Πυρήνες του Ισλαμ

Ο αρχαίος Έλληνας στοχαστής Μύσων έγραφε πως, «Μη διά των λόγων τα πράγματα, αλλά εκ των πραγμάτων τους λόγους ζήτει. Ού γαρ ένεκα των λόγων τα πράγματα συντελείται, αλλ’ένεκα των πραγμάτων οι λόγοι».[vii] Δεν μπορούμε να φανταστούμε καταλληλότερο πεδίο για την εφαρμογή τούτης της αρχής από αυτό της διεθνούς πολιτικής, όπου ακόμα και οι καθαρά επεκτατικοί πόλεμοι διεξάγονται στο όνομα κάποιας εικονικής ανάγκης για αυτοάμυνα, και όπου όλα τα κρατικά μορφώματα αυτοαποκαλούνται δημοκρατικά, αποσυνδέοντας τον όρο από το σημασιολογικό του περιεχόμενο. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν την προτροπή του Μύσωνα κι ας διατυπώσουμε την αιρετική άποψη ότι παρ’όλες τις αρνήσεις των διανοουμένων, οι οποίες τίνουν να λάβουν τον χαρακτήρα τελετουργικών εξορκισμών ενός επερχόμενου κακού, και παρά τις επανειλημμένες επίσημες διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου, η σύγκρουση των πολιτισμών είναι πλέον γεγονός εν εξελίξει. Όχι βέβαια με την έννοια που προσδίδει ο Huntington σε αυτήν, ως μια παγκόσμια σύρραξη με εγγενή πολιτιστικά αίτια, αλλά ως μια γενικευμένη επίθεση κατά του μουσουλμανικού κόσμου που αποτελεί το προπαρασκευαστικό στρατηγικό στάδιο για την πλανητική εδραίωση της Αυτοκρατορίας.
Ο συντηρητικός αναλυτής R. Asmus άλλωστε το είπε καλύτερα όταν δήλωνε πως η Δυτική συμμαχία οφείλει να αναδιοργανωθεί για να αντιμετωπίσει προκλήσεις που αφορούν «την ευρύτερη Μέση Ανατολή, που εκτείνεται απο τη Βόρειο Αφρική έως και το Αφγανιστάν. Από την περιοχή αυτή προέρχονται οι περισσότερες απειλές για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη».[viii]
Το ευαγγελικό όραμα που εκφράζεται από τους ακροδεξιούς κύκλους του Λευκού Οίκου για μια ριζική αναμόρφωση του πολιτικού τοπίου της Μέσης Ανατολής ισοδυναμεί στην πραγματικότητα με την κήρυξη ενός άτυπου πολέμου ενάντια στα υπάρχοντα Αραβικά καθεστώτα, ή καλύτερα με την έναρξη μιας βαθμιαίας διαδικασίας απόσυρσης της διαχρονικής προστασίας και υποστήριξης που αυτά απολάμβαναν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υλοποίηση της νέας αυτής στρατηγικής γραμμής σε σχέση με την Μέση Ανατολή, δρομολογείται είτε με την άμεση στρατιωτική καταστολή ενάντια σε κράτη-αποστάτες (Ιράκ, Αφγανιστάν, Παλαιστίνη), είτε μέσω της άσκησης έντονων διπλωματικών πιέσεων για τον ‘εκδημοκρατισμό’ των Αραβικών πελατειακών καθεστώτων. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την εξέλιξη είναι πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους παρακάτω:
α) Η σταδιακή διείσδυση και κατάληψη από ακραία Σιωνιστικά στοιχεία της Εβραικής διασποράς καίριων θέσεων του κυβερνητικού μηχανισμού των ΗΠΑ, και ιδιαίτερα σε εκείνα τα τμήματα που είναι αρμόδια για την διαμόρφωση και εφαρμογή της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η απόλυτη ευθυγράμμιση της Αμερικανικής κυβέρνησης με την τακτική και τις πολιτικές επιλογές του σκληροπυρηνικού Σαρόν στο θέμα του τρόπου αντιμετώπισης της συνεχιζόμενης εξέγερσης των Παλαιστινίων, καθώς και η γενικότερη ταύτιση των Αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων με τα ευρύτερα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή, είναι αναμφίβολα προιόν αυτής της μονοπώλησης κυβερνητικών αξιωμάτων από Σιωνιστές Αμερικανούς-εβραίους.
β) Βάζοντας τον Ισλαμικό κόσμο στο στόχαστρο, η Δυτική συμμαχία εξυπηρετεί και δικές της, εσωτερικές ανάγκες που έχουν να κάνουν με την διατήρηση της πολιτικής συνοχής και την αποφυγή του κατακερματισμού της. Παρά τις προσωρινές διαμάχες και νομικής φύσεως αντιδικίες που ενέσκειψαν μεταξύ των μελών της συμμαχίας με αφορμή την Αγγλοσαξωνική εισβολή στο Ιράκ, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι οι διαφωνίες αφορούσαν περισσότερο την μεθοδολογία της προτεινόμενης επέμβασης στο Ιράκ, και λιγότερο αυτό καθ’εαυτό το κατοχυρωμένο δικαίωμα της Δύσης να διενεργεί επεμβάσεις όπου και όποτε αυτή θεωρεί σκόπιμο. Με την αντίθεση του στο Αγγλοσαξωνικό μπλοκ, ο Γαλλο-Γερμανικός άξονας πρωταρχικά υπερασπίστηκε τα συμφέροντα του που έχουν να κάνουν με την διατήρηση ενός πολυμερούς και συναινετικού μοντέλου διοίκησης της παγκόσμιας καπιταλιστικής Αυτοκρατορίας, και λιγότερο τον απασχόλησαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του Ιρακινού λαού. Σε κάθε περίπτωση, η εκκθρόνιση του Μπααθικού καθεστώτος παρέμεινε ένας θεμιτός στρατηγικός στόχος, κοινά αποδεκτός.[ix]
γ) Αποτελεί στρατηγική επιδίωξη της Δυτικής συμμαχίας να επιτύχει την κάμψη των πολιτιστικών αντιστάσεων των μουσουλμανικών κρατών που μέχρι τώρα έχουν καταφέρει να περιορίσουν σε σημαντικό βαθμό την επιρροή της Δυτικής πολιτιστικής ηγεμονίας στις κοινωνίες τους. Πράγματι, λόγω της λήψης κρατικών μέτρων που σαν στόχο έχουν την πολιτιστική περιχαράκωση τους και την ‘προστασία’ του Ισλαμικού τρόπου ζωής από ‘παρακμιακές’ Δυτικές επιρροές, οι μουσουλμανικές κοινωνίες παραμένουν μεταξύ των λιγότερο ευάλωτων στα κελεύσματα της μαζικής καταναλωτικής κουλτούρας της Δύσης, καθώς και μεταξύ των λιγότερο ενσωματωμένων στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα (οικονομία της αγοράς) πάνω στο οποίο η Αυτοκρατορία οικοδομεί την πλανητική της ηγεμονία.[x] Στην αναστροφή αυτού του αρνητικού κλίματος για τα δυτικά συμφέροντα στοχεύει ο νέος στρατηγικός σχεδιασμός του Λευκού οίκου, που στο πολιτικό επίπεδο περιλαμβάνει όπως προείπαμε την άσκηση έντονης διπλωματικής πίεσης σε κυβερνήσεις κατά παράδοση φιλικές προς τις ΗΠΑ (Σαουδική Αραβία), καθώς και την ενορχήστρωση απο τους Αμερικανούς μιας παγκόσμιας εκστρατείας για την συστηματική χειραγώγηση κι έλεγχο των απανταχού ΜΜΕ.[xi]
δ) Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που έχει συμβάλλει τα μέγιστα στην ανάδυση της τρέχουσας συγκρουσιακής δυναμικής ανάμεσα στο Ισλάμ και τον Δυτικό κόσμο, είναι η εμφάνιση και ανάπτυξη ενός οργανωμένου διεθνιστικού κινήματος Τζιχάντ, του οποίου ο Μπιν Λάντεν αποτελεί τον κατ’εξοχήν εκφραστή. Είτε μας αρέσει είτε όχι, θα πρέπει ν’αναγνωρίσουμε πως η παγκόσμια τρομοκρατική δράση της al-Qaeda και των επιμέρους τοπικών διακλαδώσεων της, αντιπροσωπεύει μια, εσφαλμένη έστω, μορφή αντίστασης ενάντια στο καθεστώς πολιτικής καταπίεσης και οικονομικής εκμετάλλευσης που εδώ και χρόνια έχει επιβληθεί στους Αραβικούς λαούς και περιορίζει τις δυνατότητες τους για πολιτική χειραφέτηση και οικονομική ευημερία. Η Ισλαμική σαλαφιστική βία έχει τις ρίζες της στην ενσωματωμένη θεσμική βία που αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας, και είναι κίνημα αντι-ιμπεριαλιστικό. Διαθέτει ισχυρή λαική βάση αφού εκφράζει, με τρόπο χονδροειδή και διαστρεβλωμένο είναι αλήθεια, τα τωρινά υπαρξιακά αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις των εξαθλιωμένων Αραβικών μαζών όπως τις βιώνουν καθημερινά, αλλά και την υπολανθάνουσα φιλοδοξία τους για απελευθέρωση και οικονομική απεξάρτηση από την Δυτική επικυριαρχία. Η δράση των φονταμεταλιστών τρομοκρατών είναι ‘μηδενιστική’, όπως υποστηρίζουν οι Αμερικανοί, αλλά μόνο αν αποδεχτούμε την απόδοση του αντίστοιχου όρου από τον Αλμπέρ Καμύ, που θεωρούσε τον μηδενισμό ως ιδεολογία που διέπεται όχι από την παντελή απουσία ηθικών αξιών, αλλά από μια διάχυτη, χιλιαστική πίστη στα μελλούμενα, δηλαδή σε αυτό που πρόκειται να’ρθεί.[xii] Εάν πάλι υποστηριχθεί ότι ο χαρακτηρισμός του μηδενισμού δικαιώνεται από το γεγονός ότι οι Ισλαμιστές δεν κάνουν χρήση πολιτικών μέσων για να προωθήσουν τον απελευθερωτικό τους αγώνα, θα πρέπει να θυμίσουμε τον συνταγματικό αποκλεισμό των Ισλαμικών κομμάτων από τις νόμιμες πολιτικές διαδικασίες στην Τουρκία, ή το στρατιωτικό πραξικόπημα που ακολούθησε την καθαρή εκλογική επικράτηση των Ισλαμιστών στην Αλγερία το 1994 και αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη του αιματηρού εμφυλίου πολέμου που ακόμα συγκλονίζει τη χώρα. Ακόμα, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι περισσότερες φονταμενταλιστικές οργανώσεις της ευρύτερης Μέσης Αναατολής έχουν κυρηχθεί έκνομες από τα ανελεύθερα Αραβικά καθεστώτα, που έβλεπαν σε αυτές μια άμεση απειλή για την εσωτερική τους κυριαρχία. Όπου δε έχει επιτραπεί σε Ισλαμιστικά κόμματα η συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία, έχουν σημειώσει αξιοσημείωτες επιτυχίες, όπως στις βορειοδυτικές επαρχίες του Πακιστάν όπου οι Ισλαμιστές κατέχουν το μονοπώλιο της αντιπροσώπευσης στα περιφερειακά πολιτικά όργανα και στον τοπικό διοικητικό μηχανισμό ή στην μαζικότητα του Ισλαμιστικού φαινομένου σε Μαλαισία και Ινδονησία.[xiii]
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν, ότι η προσφυγή του Ισλαμιστικού κινήματος σε μορφές ένοπλης πάλης δεν αποτελεί απόδειξη της ιστορικής παρακμής του πολιτικού Ισλάμ, όπως πρόσφατα ειπώθηκε από έναν διακεκριμμένο ειδικό περί των ζητημάτων του Ισλάμ, αλλά λογική συνέπεια της βίαιης εκδίωξης του από τον πολιτικό στοίβο της Μέσης Ανατολής και της συστηματικής παρεμπόδισης της ανόδου του στην εξουσία με νόμιμα μέσα. Ταυτόχρονα, το Ισλάμ χρησιμοποιήθηκε από τα αυταρχικά, πελατειακά Αραβικά καθεστώτα ως πηγή νομιμοποίησης της εξουσίας τους στο εσωτερικό. Επέτρεψε στις ανελεύθερες αυτές κυβερνήσεις να καλλιεργήσουν μια εικόνα που προοριζόταν για εσωτερική κατανάλωση, που τις παρουσίαζε σαν ακλόνητους υπερασπιστές του Ισλάμ και να σφυριλατήσουν δεσμούς αμοιβαίας υποστήριξης με το παραδοσιακά συντηρητικό ισλαμικό θρησκευτικό κατεστημένο, ακόμα κι αν αυτό προϋπέθετε την ανοχή των αρχών και ίσως την υπόθαλψη από αυτές εξτρεμιστικών θρησκευτικών τάσεων.
Σήμερα, το διεθνές κίνημα της Τζιχάντ όχι μόνο δεν δείχνει να υποχωρεί ή να συρρικνώνεται από την παγκόσμια εκστρατεία καταστολής που η Δύση έχει εξαπολύσει εναντίον του, αλλά συνεχίζει να εξαπλώνεται πυροδοτώντας παντού νέες εστίες αντίστασης κι αποσταθεροποίησης του υπερεθνικού καθεστώτος. Τα, έτσι κι αλλιώς προσωρινά, επιχειρησιακά πλήγματα που δέχτηκε η υποδομή των Ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων από τις συντονισμένες προσπάθειες των κρατικών αστυνομικών αρχών και μυστικών υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα, αντισταθμίζονται σε σημαντικό βαθμό από την φιλοπόλεμη πολιτική των Αμερικανών σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Παλαιστίνη, επιτρέποντας στους εξτρεμιστές ν’αποκομίσουν ανέλπιστα προπαγανδιστικά οφέλη.
Το Ιράκ είναι τόπος με σημαίνουσα θεολογική αξία για τους απανταχού μουσουλμάνους, αφού δεν αποτελεί μέρος της, υποβαθμισμένης σε σημασία, εξισλαμισμένης μουσουλμανικής ‘περιφέρειας’ όπως το Αφγανιστάν, αλλά ανήκει ιστορικά στην καρδιά του Dar al-Islam, του βασιλείου του Ισλάμ. Η κατοχή της Βαγδάτης, αλλοτινής έδρας του Χαλίφη των μουσουλμάνων, κοσμικού και θρησκευτικού ηγέτη της παγκόσμιας Ισλαμικής κοινότητας, αποτελεί ‘υπαρξιακή προσβολή’ για όλους τους μουσουλμάνους και δημιουργεί ένα νέο πεδίο για την διεξαγωγή του Ιερού Πολέμου.[xiv] Σήμερα, ο γεωγραφικός στοίβος της Τζιχάντ εκτείνεται απο τις απόκρημνες χαράδρες του Ναγκόρνο Καραμπάχ και τις οροσειρές του Χίντοκούς, μέχρι τις αφιλόξενες ζούγκλες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ισλαμιστές αντάρτες μάχονται κατά του κατακτητή στο Ιράκ, στην Παλαιστίνη, στο Αφγανιστάν, στην Τσετσενία με αποτέλεσμα την ολοένα και μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση των τοπικών κοινωνιών. Σε μια θεαματική αντιστροφή του θεμελιώδους κανόνα του αστικού δικαίου περί ανάγκης αποδείξεως της ενοχής, οι μουσουλμάνοι ηγέτες καλούνται να αποδεικνύουν συνεχώς την αθωότητα των προθέσεων τους έναντι των Δυτικών συμφερόντων (τα επόμενα υποψήφια θύματα του διεθνούς ‘κυνηγιού μαγισσών’ στο οποίο επιδίδεται ο Αγγλοσαξωνικός πόλος της υπερεθνικής ελίτ φαίνεται να περιλαμβάνουν την Συρία, το Ιράν, και φυσικά τις Παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις).
Οι Ισλαμιστές όχι μόνο δεν έχουν ηττηθεί αλλά μέσα στις συνθήκες σύγκρουσης που έχουν δημιουργηθεί βρίσκουν τις ιδανικές προυποθέσεις για να διασφαλίσουν τη συνεχή ανάπτυξη του κινήματος τους. Μπροστά σε αυτήν την εκκολαπτόμενη στρατηγική απειλή αποσταθεροποίησης, η Δύση δεν μπορεί παρά ν’ασκήσει μια πολιτική απροκάλυπτου παρεμβατισμού στα εσωτερικά των μουσουλμανικών χωρών. Όπως ειπε κι ο Τονυ Μπλερ στην ομιλια του ενωπιον του Αμερικανικου Κονγκρεσου, «Ο καινούριος κόσμος μας βασίζεται στην τάξη. Ο κίνδυνος προέρχεται από την αταξία (disorder). Και στον σημερινό κόσμο, η αταξία μπορεί τώρα να εξαπλωθεί ωσάν να ήταν μόλυνση».[xv] Όσο κι αν οι πολιτικοί αναλυτές στην Δύση οδύρονται για τους κινδύνους μιας ‘ενδεχόμενης’ σύγκρουσης με το Ισλάμ, υπονοώντας ότι η σύγκρουση αυτή δεν βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, η Αυτοκρατορία εξακολουθεί να καταδιώκει τους μουσουλμάνους όχι λόγω της έμφυτης αντιπαλότητας των θρησκειών, αλλά γιατί αποτελούν εμπόδιο στην εδραίωση της υπερεθνικής εξουσίας σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για τα οικονομικά συμφέροντα της Αυτοκρατορίας. Άραγε ο Μύσων θα συμφωνούσε μαζί τους;

[i] Θεωρώ δικαιολογημένο να αποδώσουμε στον Huntington την ίδια πρόθεση με αυτήν που είχε και ο Μακιαβέλι κατά την συγγραφή του ‘Ηγεμόνα’: «Θέλοντας, λοιπόν, να προσφέρω τον εαυτό μου στην Εξοχότητα σας μαζί με κάποια απόδειξη της αφοσίωσης μου σε εσάς, δεν βρήκα ανάμεσα στα υπάρχοντα μου τίποτα που να εκτιμώ πιο πολύ ή να αξιολογώ τόσο, όσο την γνώση των πράξεων μεγάλων ανδρών, την οποία και έμαθα μέσα από την μακροχρόνια πείρα μου στις μοντέρνες υποθέσεις και την συνεχή μελέτη της αρχαίας ιστορίας. Έχοντας εξετάσει αυτές τις πράξεις με μεγάλη προσοχή και για πολύ καιρό, και έχοντας πλέον καταγράψει αυτές σ’ένα μικρό βιβλίο, τις αποστέλλω στην Εξοχότητα σας». P.Bondanella & M.Musa, The Portable Machiavelli, p.78 (Penguin, 1982).
[ii] Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και αυτό το Βατικανό αντιμετωπίζει πλέον προβλήματα στην στελέχωση της παραδοσιακής φρουράς του λόγω έλλειψης εθελοντών!
[iii] Αξιοσημείωτη είναι η ευσέβεια που επιδεικνύουν όχι τόσο οι μετανάστες πρώτης γενιάς, που κουβαλούν μαζί τους μνήμες κι εμπειρίες από το διαφορετικό πολιτιστικό περιβάλλον του τόπου καταγωγής τους (στον οποίο κατά βάθος επιθυμούν να επιστρέψουν), αλλά η θεαματική στροφή νεαρών μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα, αντίδοτο για την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση τους.
[iv] Al-Muhajiroun σημαίνει ‘Οι Μετανάστες’, στα Αραβικά.
[v] M.Whine, Al-Muhajiroun, στο www.ict.org.il/articles/articledet.ctm?articleid=484.
[vi] O υπολογίσιμος αριθμός Βρετανών υπηκόων που κρατούνται στο Guantanamo ως αιχμάλωτοι πολέμου του Αφγανιστάν, μαρτυρά το κατα πόσο οι προσηλυτιστικές προσπάθειες ακτιβιστών της Α-Μ στέφθηκαν με επιτυχία. Ακόμα, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Time, δεν είναι λίγοι οι Βρετανοί μουσουλμάνοι που δηλώνουν χωρίς περιστροφές οτι ειναι διατεθειμενοι να πολεμησουν στο πλευρο του Μπιν Λάντεν για την υπεράσπιση του Ισλάμ, αλλά οτι δεν θα έκαναν το ίδιο αν το απαιτούσε η άμυνα της Βρετανίας. D.Benjamin & S.Simon, A Place at the Table, Time, 16/12/02.
[vii] Μύσωνος, ‘Αποφθέγματα’, 11.1.
[viii] International Herald Tribune, 04/09/03.
[ix] Σε αυτό το πνεύμα άλλωστε γράφει ο Michael Hardt ότι, «Στην πραγματικότητα, η πάλη μεταξύ των ΗΠΑ και των Ηνωμένων Εθνών, οι προσπάθειες των ΗΠΑ να διαιρέσουν και να αποδυναμώσουν την Ευρώπη, και οι συγκρούσεις μέσα στο ΝΑΤΟ είναι πολύ πιο κοντά στον ουσιαστικό πυρήνα των σημερινών εξελίξεων, ακόμα κι από αυτόν, τον πόλεμο στο Ιράκ». M.Hardt, Le Second Empire, or Le 18eme Brumaire de George W. Bush, στο www.16beavergroup.org/mtarchive/archives/000025.php.
[x] Ο Φωτόπουλος σημειώνει πως ενώ οι ΗΠΑ, δηλαδή το διοικητικό κέντρο της Αυτοκρατορίας, συμπεριέλαβαν την κατάλυση της Ιρακινής απολυταρχίας στους αντικειμενικούς σκοπούς της Αμερικανικής εισβολής στην χώρα, εντούτις συνεχίζουν να στηρίζουν καθεστώτα εξίσου αντιδημοκρατικά με αυτό του Σαντάμ (Αίγυπτος, Ιορδανία) για τον λόγο ότι αυτά ανήκουν στην σφαίρα επιρροής της Δύσης και διοικούνται από ελίτ-πειθήνια όργανα της. Τ.Φωτόπουλος, Ο Πόλεμος Κατα της Τρομοκρατίας (Γόρδιος, Αθήνα), σελ.197. Στην πραγματικότητα, η σημαντικότερη στρατηγική εξέλιξη στην Μέση Ανατολή εντοπίζεται ακριβώς στην χαλάρωση των παραδοσιακών πελατειακών δεσμών των Αραβικών ελίτ με τις ΗΠΑ, τον εναγκαλισμό των τελευταίων με το Ισραήλ και στην εκμηδένιση του διεθνούς ρόλου που οι ΗΠΑ επεφύλασσαν στις Αραβικές κυβερνήσεις σαν κράτη συμμαχικά, με δικαίωμα συμμετοχής στις διεθνείς διαδικασίες και διαπραγματεύσεις που αφορούν την Μ.Ανατολή και σαν εμπλεκόμενα μέρη με αναγνωρισμένο έννομο συμφέρον στις εξελίξεις που αφορούν την περιοχή. Οι Άραβες δεν έχουν πλέον την παραμικρή επιρροή στην εξέλιξη των γεγονότων κι αυτό γιατί οι ΗΠΑ τους καταλογίζουν αδυναμία να σταματήσουν την πορεία ανάπτυξης των Ισλαμιστικών κινημάτων στο εσωτερικό τους καθώς και λόγω της συχνής διάβρωσης των επισήμων οργάνων του κράτους από εξτρεμιστικά στοιχεία ή από φονταμενταλιστές συμπαθούντες (πχ. Σ.Αραβία, Ταλιμπάν και Πακιστανικές μυστικές υπηρεσίες). Το συμπέρασμα είναι πως η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε Αμερικανούς και Άραβες έχει κλονιστεί σημαντικά, εξ’ού και η αναθεώρηση της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στις Αραβικές κυβερνήσεις.
[xi] Το τελευταίο επεισόδιο στην εφαρμογή αυτής της πολιτκής της παγκόσμιας καταστολής διαδραματίστηκε στην Ισπανία με την αδικαιολόγητη σύλληψη και κράτηση απο την Ισπανική αστυνομία του δημοσιογράφου του al-Jazeera, Tαισίρ Αλουνί. Η εχθρότητα των Αμερικανών αξιωματούχων προς την ελεύθερη λειτουργία του τύπου παγκοσμίως, αποκαλύπτεται και από τις επανειλημμένες φραστικές επιθέσεις που έχουν εξαπολύσει οι Αμερικανοί ενάντια στα Αραβικά τηλεοπτικά δίκτυα al-Jazeera και al-Arabiyia για τον τρόπο που αυτά καλύπτουν την Αμερικανική κατοχή του Ιράκ. Στόχος αυτών των επιθέσεων φαίνεται να είναι ο εκφοβισμός των Αραβικών μέσων ενημέρωσης και η εξάλειψη κάθε αντίλογου στους επίσημους ισχυρισμούς της Αυτοκρατορίας. Αυτός είναι ο τρόπος που οι Αμερικανοί επιχειρούν να ‘κερδίσουν’ την Αραβική κοινή γνώμη.
[xii] Κατά λέξη ο Καμύ γράφει πως, «Μηδενιστής δεν είναι εκείνος που δεν πιστεύει σε τίποτα αλλά εκείνος που δεν πιστεύει σε αυτό που υπάρχει». Αλ.Καμύ, Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος (Μπουκουμάνη, Αθήνα), σ.95. Στην περίπτωση του Λάντεν και των υποστηρικτών του, η πίστη τους αυτή εναποτίθεται στην επερχόμενη απελευθέρωση των μουσουλμάνων απο τον Δυτικό ζυγό και στην επανένωση της Ισλαμικής κοινότητας μέσω της αναβίωσης του θεοκρατικού υπερεθνικού Χαλιφάτου.
[xiii] Βλέπε Ζ.Κεπέλ, Τζιχάντ, Ο Ιερός Πόλεμος (Καστανιώτη, Αθήνα), σς. 137-152.
[xiv] D.Benjamin & S.Simon, The Real Worry, Time, 01/09/03.
[xv] T.Blair, Guardian

Sunday, May 6, 2007

Σκέψεις για το Κίνημα κατά της Παγκοσμιοποίησης


Με αφορμή την Ευρωπαϊκή Σύνοδο της Θεσσαλονίκης και τις αναμενόμενες κινητοποιήσεις του κινήματος διαμαρτυρίας κατά της παγκοσμιοποίησης πολλές συζητήσεις έχουν γίνει τελευταία γύρω από τον χαρακτήρα που αυτές οι κινητοποιήσεις πρέπει να έχουν, τις μεθόδους παρέμβασης που πρέπει να μεταχειριστεί το κίνημα και τους στόχους που αυτές οι κινητοποιήσεις φιλοδοξούν να εκπληρώσουν. Οι συζητήσεις αυτές θέτουν ως κύριο ζήτημα τον διαχωρισμό που τελευταία έχει επέλθει μέσα στους κόλπους του κινήματος μεταξύ της φιλειρηνικής-ρεφορμιστικής πτέρυγας της οποίας πρωταρχικό μέλημα είναι η διοργάνωση μαζικών αλλά φιλειρηνικών διαδηλώσεων, σε ήρεμο κλίμα και σε συνεννόηση πάντα με τις αρχές, και της ριζοσπαστικής-αντιεξουσιαστικής πτέρυγας που δηλώνει έμπρακτα την προτίμηση της σε περισσότερο δυναμικές μεθόδους δράσης, ακόμα και στον βαθμό που αυτές μπορεί να καταλήξουν σε βίαιες συγκρούσεις με τις αστυνομικές δυνάμεις επιτήρησης. Το επίκεντρο τέτοιων συζητήσεων είναι η πορεία που το κίνημα θα πρέπει να ακολουθήσει από εδω και στο εξής, ενα δίλλημα που συνοψίζεται από τους πολιτικούς σχολιαστές στις δυο αντιφατικές τάσεις που προαναφέραμε. Η πλειονότητα των πολιτικών σχολιαστών δεν διστάζει να εκφράσει ανοιχτά την προτίμηση της για την ρεφορμιστική τάση που ενσαρκώνεται από το Κοινωνικό Φόρουμ, τις επιδιώξεις που το Φόρουμ έχει οριοθετήσει ως στόχους του κινήματος και τους τρόπους δράσης που αυτό επιλέγει.
Δεν έχουμε σκοπό να εμπλακούμε σε μια συζήτηση γύρω από το κατά πόσο είναι ορθή μια τέτοια στάση. Κι αυτό γιατί πιστεύουμε πως ούτε η μια τάση, ούτε η άλλη διαθέτουν βιώσιμες λύσεις για τα προβλήματα που το κίνημα αντιμετωπίζει τούτη την κρίσιμη ώρα. Η όλη προβληματική των δυο αντιτιθέμενων πόλων είναι κατά την άποψη μου λαθεμένη και συμβολίζει σε ιδεολογικό επίπεδο την σύγχιση, διάσπαση και, εν τέλει μελλοντική ήττα του κινήματος αμφισβήτησης. Η εμμονή της διανόησης σε ένα αναλυτικό-περιγραφικό σχήμα που παρουσιάζει την τρέχουσα εσωτερική διάσπαση ως μια κατάσταση εν πολλοίς δεδομένη, ένα αδιέξοδο από το οποίο το κίνημα μπορεί να εξέλθει μόνο μέσω της ολοκληρωτικής επικράτησης της μιας τάσης σε βάρος της άλλης, φανερώνει είτε ιδεολογική προκατάληψη εις βάρος της μίας ή της άλλης πλευράς, είτε μια σκοπιμότητα συνειδητής επιβολής αντιδραστικών θέσεων και συμφερόντων που σαν στόχο μπορούν να έχουν μόνο την πραγματοποίηση μιας ολικής ρήξης στο εσωτερικό του κινήματος και την ουσιαστική εξουδετέρωση της τάσης για πολιτική και κοινωνική ανανέωση που αυτό τίνει να δημιουργήσει.
Είναι γνωστό πως το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης είχε σαν εφαλτήριο τις μαζικές διαδηλώσεις στο Seattle των ΗΠΑ το 1999. Μια σύντομη επισκόπηση εκείνων των γεγονότων και μια σύγκριση με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στην Θεσσαλονίκη μας βοηθά να διακρίνουμε τις εσωτερικές μεταβολές που συντελέστηκαν σε ότι αφορά την σύνθεση του κινήματος απο το ’99 μέχρι σήμερα καθώς και να εντοπίσουμε τις ιδεολογικές αλλοιώσεις που αυτό υπέστη κατα την αξιόλογη εως τώρα πορεία του. Θα πρέπει λοιπόν να θυμηθούμε πως το βασικό χαρακτηριστικό των πρώτων διαδηλώσεων του Seattle, όπως και της Βαρκελώνης, του Quebec και της Γένοβας που ακολούθησαν, ήταν η έμφαση στην άμεση δράση (direct action) ως πρωταρχική μορφή πολιτικής έκφρασης του κινήματος και βασικής μεθόδου παρέμβασης στις πολιτικές εξελίξεις. Αυτή η οπτική των πραγμάτων απέρρεε από μια συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης της παγκοσμιοποίησης ως οικονομικο-πολιτικού φαινομένου και μιας ριζοσπαστικής προγραμματικής πλατφόρμας που προέκυψε με βάση αυτές τις αναλύσεις. Στους διακυρηγμένους στόχους του κινήματος περιλαμβάνονταν μια σειρά από αιτήματα για ριζικές μεταρρυθμίσεις με κεντρικό άξονα τον εκδημοκρατισμό των μηχανισμών επιβολής της παγκοσμιοποιημένης εξουσίας και την ανάδειξη ενός εναλλακτικού πολιτικού προτάγματος εδραιωμένου στις αρχές της δημοκρατικής συμμετοχής και της λαικής κυριαρχίας. Η κατάργηση εκείνων των διεθνών οργανισμών που αποτελούν τον σκελετό του παγκοσμιοποιημένου συστήματος διακυβέρνησης και δρούν ως κέντρα υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών που διευκολύνουν την επέκταση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αρχικά απετέλεσε βασική προϋπόθεση πάνω στην οποία στηρίχτηκε η εναλλακτική κοινωνική πρόταση του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης. Η πρακτική της δυναμικής παρεμπόδισης των τακτικών συνδιασκέψεων των μελών της υπερεθνικής ελίτ, που στο Seattle στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, αποκτά νόημα μόνο στο πλαίσιο μιας συνολικής απόρριψης του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου της παγκοσμιοποίησης και της αντικατάστασης του από μηχανισμούς που απηχούν τις απόψεις και τους προβληματισμούς των κοινωνικών ομάδων που έχουν πλήγει άμεσα από τις νεοφιλέλευθερες οικονομικές πολιτικές
[1]
Συνειδητοποιούμε λοιπόν πως ο εξοβελισμός της μαζικής βίας από το ρεπερτόριο των τακτικών ελιγμών του κινήματος και η προσπάθεια περιθωριοποίησης των ομάδων εκείνων που εξακολουθούν να αρνούνται να αποκηύξουν την βία, ισοδυναμεί όχι με πολιτική ωρίμανση του κινήματος, όπως πολλοί αναλυτές θέλουν να το παρουσιάσουν, αλλά με την πραγματοποίηση μιας στρατηγικής στροφής όσον αφορά τους στόχους και τις ριζοσπαστικές απόψεις που αρχικά είχαν εκφραστεί απο το κίνημα σε Seattle, Γένοβα, κτλ. Γίνεται αντιληπτό οτι το πνεύμα του κινήματος καθώς και ο αρχικός του ιδεολογικός προσανατολισμός έχουν υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις την στιγμή που βασικό μέλημα των διοργανωτών των εκδηλώσεων κατα της παγκοσμιοποίησης φαίνεται να είναι αποκλειστικά και μόνο η ειρηνική διοργάνωση των διαδηλώσεων, πράγμα που έχει ανάχθει από τους μετριοπαθείς ηγέτες του κινήματος σε κορυφαίο στρατηγικό και πολιτικό στόχο. Η ‘εργαλειακή’ αντίληψη της μαζικής βίας δεν έχει θέση στο πλαίσιο αυτής της συλλογιστικής. Η εξάλειψη της βίας από τους κόλπους του κινήματος αντιστοιχεί σε μια προσπάθεια επίδειξης ‘καλής διαγωγής’ και αποτελεί σημαντική παραχώρηση απο μέρους των οργανώσεων με σκοπό τον εφησυχασμό του πολιτικού κατεστημένου και την δημιουργία της αίσθησης ότι το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ είναι μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη που αξίζει να αναγνωριστεί από τις ελίτ σαν ισότιμος συνομιλιτής, και κατα συνέπεια σαν ο επίσημος εκφραστής των επιδιώξεων του κινήματος. Πράγμα απόλυτα φυσικό αφού σε αυτήν την περίπτωση το πεδίο δράσης του κινήματος μετατοπίζεται από το πεζοδρόμιο στους διαδρόμους των υπουργικών κτιρίων και στα αρχηγεία των διεθνών οργανισμών.
[2]
Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως τα επεισόδια της Θεσσαλονίκης και η αδιάκριτη, τυφλή βία στην οποία επιδόθηκε το μπλοκ των αναρχικών αποτελεί την υγιή έκφραση του κινήματος. Όμως κάτι τέτοιο είναι συνέπεια και φυσικό επακόλουθο της γενικής κατεύθυνσης που έχει πάρει το κίνημα. Η απομόνωση των αναρχικών και η ουσιαστική εκδίωξη τους απο τους κόλπους του κινήματος που οι ίδιοι ξεκίνησαν δυναμικά στο Seattle, οδηγεί πολύ λογικά στην κλιμάκωση της βίας, ολοένα και πιο άλλογης και ανεξέλεγκτης, από πλευράς αναρχικών αφού η ανοιχτή, μετωπική σύγκρουση με τις δυνάμεις ασφαλείας είναι η μόνη μέθοδος πολιτικής δράσης που τους έχει απομείνει. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν οι αναρχικοί να καταδείξουν οτι είναι πολιτικά ενεργοί αφού πλέον δεν υπάρχει σύμπνοια κι αγωνιστική αλληλεγγύη ανάμεσα στις δυο τάσεις του κινήματος και μεταξύ τους έχει αναπτυχθεί μια σχέση ανταγωνιστική που ερμηνεύει τις πρωτοβουλίες της μιας ομάδας ως επιβλαβείς για τις δραστηρότητες της άλλης. Παράλληλα, η σύμπλευση του ρεφορμιστικού κομματιού του κινήματος με τις αρχές και η καταδίκη από κοινού των βίαιων μορφών αγώνα των αναρχικών στερεί από το κίνημα το πιο δυναμικό, μαχητικό κομμάτι του, εξαλείφει τα ζωογόνα, αντι-συστημικά στοιχεία από τις τάξεις του και διευκολύνει την επιβολή μεθόδων ωμής καταστολής εναντίον τους. Αυτό συμβαίνει γιατί οι αναρχικοί εμφανίζονται σαν περιθωριακοί, αποκομμένοι από το μαζικό κίνημα από το οποίο ούτε προστασία, ούτε υποστήριξη μπορούν τώρα πια να περιμένουν. Η διαμαρτυρία τους τελικά εμφανίζεται ως ένα φαινόμενο ανομίας που πρέπει να παταχθεί.
[3] Στο μεταξύ, ο κύριος όγκος του κινήματος αναλείσκεται σε διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις που δεν θυμίζουν σε τίποτα την μαχητικότητα, τον παλμό και την ζωντάνια των κινητοποιήσεων του Seattle και της Γένοβας που έδωσαν στο κίνημα την εκρηκτική, αρχική του ώθηση. Το φιλειρηνικό κομμάτι των διαδηλώσεων της Θεσσαλονίκης είχε τα χαρακτηριστικά μιας λειτανίας, ενός σκηνοθετημένου τελετουργικού από αυτά που αρέσκονται να οργανώνουν οι ελίτ δημιουργώντας μια επίφαση μαζικών, δημοκρατικών τρόπων έκφρασης και συμμετοχής. Το συγκεκριμένο είδος διαδηλώσεων έχει την βάση του στην αρχή των αμοιβέων υποχωρήσεων. Γιατί άλλωστε να μην είναι έτσι; Ποιόν λόγος θα υπήρχε για τις έμπειρες πολιτικά ελίτ να απαγορεύσουν μια μορφή πολιτικής δράσης συμβολικού χαρακτήρα, την μεταρρυθμιστική και συμβιβαστική νοοτροπία της οποίας μπορούν εύκολα να ποδηγετούν και να ελέγχουν, συνεχίζοντας παράλληλα να προωθούν τις αυταρχικές πολιτικές τους; Αυτό λοιπόν είναι το τίμημα που το κίνημα πρέπει να πληρώσει έναντι της εξάπλωσης του; Η γνώμη μας είναι πως αυτή η εξέλιξη δεν είναι αναπότρεπτη, ούτε οφείλεται σε αντικειμενικές συνθήκες. Μάλλον για τραγικό λάθος στρατηγικής πρόκειται.
Ποιά είναι λοιπόν η προτεινόμενη στρατηγική που θα μπορούσε να προκαλέσει μια θεαματική αντιστροφή των φθινουσών, κατά την άποψη μας, τυχών του κινήματος; Η βασική αρχή πάνω στην οποία πρέπει να βασιστεί η περαιτέρω αγωνιστική πορεία του κινήματος είναι αυτή της ενότητας, σε ιδεολογικό αλλά και πρακτικό επίπεδο. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται το κίνημα να αντλήσει εκείνα τα μαθήματα που μπορεί από την ιστορία σε σχέση με τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα του αιώνα μας και τους λόγους που αυτά απέτειχαν όσον αφορά τον τελικό τους στόχο, δηλαδή την ποιοτική μεταβολή και αναδιάρθρωση της κοινωνίας. Οι διασπάσεις που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό των κινημάτων αυτών, όπως π.χ. η επισημοποίηση του διαχωρισμού μεταξύ της Κομμουνιστικής και της Σοσιαλιστικής διεθνούς που δίχασε το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα όταν αυτό βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, προήλθαν τόσο από την δογματική προσκόλληση σε άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα όσο και από τους οξείς ανταγωνισμούς που αποσκοπούσαν στην απόκτηση πολιτικής ισχύως και στην επέκταση επί της εργατικής τάξης της εξουσίας του κάθε τμήματος ξεχωριστά.
[iv]
Φυσικά η ενότητα που οραματιζόμαστε δεν μπορεί να είναι προιόν μιας πρόσκαιρης συμμαχίας μεταξύ των δυο πόλων του κινήματος, που θα μεριμνά αποκλειστικά για τον καθορισμό διακριτών αλλά συμβατών και αλληλουποστηριζόμενων ρόλων και θα λειτουργεί με βάση την διατήρηση αυτής της διαχωριστικής γραμμής.[v] Σε πρώτη φάση, είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί εκ νέου μια στρατηγική συμμαχία ανάμεσα στην αντι-εξουσιαστική πτέρυγα του κινήματος και τις σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις. Εδώ έχουμε κατα νού όχι μια ευκαιριακή προσέγγιση που θα επιδιώξει να ‘συμφιλιώσει’ τις αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά μια πολυμέτωπη, συνθετική διαδικασία που θα καταλήξει στην επανένωση των δυο ρευμάτων σε ένα εννιαίο κίνημα αμφισβήτισης, σε ισότιμη βάση και με έναν νέο καταμερισμό εργασίας που θα ανταποκρίνεται στις εσωτερικές ανάγκες της συμμαχίας. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται να προηγηθεί μια συνεννόηση μεταξύ των δύο πλευρών που με την σειρά της προυποθέτει την ειλικρινή απόρριψη ορισμένων στερεοτυπικών απόψεων που η μια πλευρά μπορεί να αποδίδει στην άλλη, καθώς και την εκ βαθέων αυτοκριτική και αναθεώρηση πολλών αντιλήψεων που μέσα από την πολιτική μυθολογία του κάθε χώρου έχουν αναχθεί στο καθεστώς απόλυτης και δογματικής αλήθειας.
Για παράδειγμα, οι αναρχικοί θα πρέπει να αποκτήσουν συνείδηση των αντιπαραγωγικών ιδιοτήτων της βίας και να σταματήσουν να την θεωρούν αυτοσκοπό. Η χρήση βίας που εκπίπτει σε εκδηλώσεις καταστροφής των αστικών κέντρων και βανδαλισμού της περιουσίας των πολιτών δεν έχει ορθολογικό υπόβαθρο και δεν είναι συμβατή με καμία δημοκρατική ερμηνεία του τι συνιστά πολιτική δράση. Δοθέντος ότι σκοπός του κινήματος θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη μιας σχέσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κινήματος και ευρύτερης κοινωνίας, όπως π.χ. στο Ιράν, όπου κατά την διάρκεια διαδηλώσεων στην Τεχεράνη πολλοί κάτοικοι άφησαν ανοιχτές τις πόρτες των σπιτιών τους ώστε να βρούν καταφύγιο εκεί φοιτητές κυνηγημένοι από την αστυνομία, οι αναρχικοί θα πρέπει να προσαρμόσουν την ιδεολογία και τις μεθόδους τους στις επιταγές της εργαλειακής βίας.
Από την άλλη, οι ρεφορμιστές είναι ανάγκη να επανεξετάσουν την συλλογιστική τους αναφορικά με την ερμηνεία που δίνουν σε θέματα όπως ο χαρακτήρας που επιχειρούν να προσδώσουν στο κίνημα, η έννοια της πολιτικής εξέλιξης την οποία θεωρούν εφαρμόσιμη και κατάλληλη για την μελλοντική βιωσιμότητα του κινήματος καθώς και την ολοκληρωτική απόρριψη της βίας ως μεθόδου πάλης. Η γραμμή που θέτει σαν στόχο την ολοένα και μαζικότερη προσέλευση του κόσμου στις διάφορες εκδηλώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης είναι σίγουρα σωστή, όμως κρύβει και παγίδες για το κίνημα. Αυτή η μαζικότητα δεν πρέπει να επιδιώκεται από τους ρεφορμιστές ηγέτες σε βάρος της πολιτικής κατεύθυνσης που δίνεται στο κίνημα. Δεν χρειάζεται οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας να γίνουν ελκυστικότερες για να προσελκύσουν πολύ κόσμο. Το να μετατραπούν οι δυναμικές κινητοποιήσεις του Seattle σε φιλειρηνικές φιέστες μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την προσέλευση μεγαλύτερου αριθμού διαδηλωτών αλλά θα καταλήξει δίχως άλλο στην αλλοίωση της ταυτότητας των ακτιβιστών, στην υπονόμευση της πολιτικής τους συνείδησης και της ετοιμότητας τους για δράση.[vi] Η μεθοδευμένη και συστηματική υπονόμευση και διάβρωση των ηθικών και πολιτικών αξιών πάνω στις οποίες στηρίχτηκε ο αγωνιστικός προσανατολισμός του κινήματος δεν είναι θεμιτό μέσο για την προσέλκυση καινούριων οπαδών ή συμπαθούντων. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αν στις εκδηλώσεις κατά τις παγκοσμιοποίησης σημειώνονται κρούσματα βίας η ευθύνη γι’αυτά βαραίνει αποκλειστικά τις δυνάμεις καταστολής. Η εμμονή με την αποφυγή επεισοδίων έχει σαν συνέπεια την υπαναχώρηση του κινήματος σε σημαντικό βαθμό, όσον αφορά την αρχική στρατηγική του και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με την εμφάνιση του στο πολιτικό προσκήνειο. Εάν οι ελίτ αποφασίσουν να αντιμετωπίσουν αυτές τις δεσμεύσεις με ωμή βία και καταστολή, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που οι κινητοποιήσεις παίρνουν τον χαρακτήρα της δυναμικής παρεμπόδισης των διασκέψεων συγκεκριμένων διεθνών οργανισμών, το κίνημα έχει χρέος να απαντήσει με αντι-βία και όχι να διεκδικήσει το δικαίωμα του να υπάρχει και να λειτουργεί σε όρια προδιαγεγραμμένα και ελεγχόμενα από το κατεστημένο, ακόμα κι αν προφανής στόχος αυτής της πολιτικής γραμμής είναι η αποφυγή συγκρούσεων που μπορεί να τρομάξουν και να αλλοτριώσουν μερικούς από τους επίδοξους διαδηλωτές. Η βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στο κίνημα αμφισβήτισης και τις ελίτ προκύπτει ή εκλείπει ανάλογα με το κατά πόσο μια σύγκρουση τέτοιας μορφής υπαγορεύεται από την στρατηγική που έχει επιλέξει το κίνημα. Η δογματική προσήλωση στις ειρηνικές κινητοποιήσεις αποτελεί στρατηγική υποχώρηση πρώτου μεγέθους.Πολλοί θα πούν ότι μια συμμαχία σαν αυτή που περιγράψαμε παραπάνω είναι δείγμα πολιτικής απειρίας ή αφέλιας. Συμφωνώ, στο μέτρο που η τωρινή τους ιδεολογική και οργανωτική δομή, εμποδίζει τις δύο πτέρυγες του κινήματος να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε έναν ενιαίο αγώνα. Όμως, όπως είδαμε η σημαντικότερη προυπόθεση για την επανένωση του κινήματος είναι η εξωτερική (μεθοδολογική) αλλά κι εσωτερική (ιδεολογική) μεταμόρφωση-σύγκλιση των δύο συνιστωσών του κινήματος. Μόνο έτσι το κίνημα θα επανακτήσει την αρχική του εκρηκτική κοινωνική δυναμική και θα μπορέσει να διαδραματίσει έναν ρόλο στις διεθνείς πολτικές και οικονομικές εξελίξεις. Μόνο έτσι θα στερήσει από τις ελίτ το πιο σημαντικό τους όπλο στον πόλεμο που έχουν εξαπολύσει ενάντια στην δημοκρατική αφύπνιση των πολιτών. Το όπλο της διάσπασης και της διχόνοιας
[1] Δεν αναφέρομαι εδώ στην λεγόμενη κοινωνία των πολιτών γιατί θεωρώ πως εξ ορισμού η κοινωνία των πολιτών, α) είναι ένα κοινωνικό μόρφωμα χωρίς σαφή ιδεολογικό προσδιορισμό του οποίου βασικό γνώρισμα είναι ο απολιτικός του χαρακτήρας και κατά συνέπεια δεν διαθέτει ούτε πολιτικό λόγο ούτε όραμα, β) είναι δημιούργημα του ύστερου Δυτικού κοινοβουλευτισμού και γι’αυτό υπόκειται σε σαφείς ιστορικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που δεν της επιτρέπουν να λειτουργήσει σαν άτυπο όχημα μιας παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης και γ) ενυπάρχει σε μια σχέση εξάρτησης προς το πολιτικό κατεστημένο στο οποίο στηρίζεται για την επίσημη οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της, την απρόσκοπτη εσωτερική λειτουργία της καθώς και τις επιτρεπτές μορφές οργάνωσης των κοινωνικών ομάδων που την στελεχώνουν. Με άλλα λόγια η κοινωνία των πολιτών είναι αναπόσπαστο μέρος του συστήματος και γι’αυτό δεν μπορεί ν’αποτελέσει το αντίπαλο δέος σε αυτό.
[2] Ο Τάκης Φωτόπουλος μιλά για ουσιαστικό « ‘καπέλωμα’ του [κινήματος] από το ΠΚΦ που χρηματοδοτούν η Monde Diplomatique, το ίδρυμα Φορντ κ.ο.κ. ». Σαν αποτέλεσμα, το κίνημα « χάνει τον αρχικό αντι-καπιταλιστικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται - όπως ήταν η βασική επιδίωξη των χρηματοδοτών του – σε ανώδυνο μέτωπο κατά του νεοφιλελευθερισμού που αποδέχεται ρητά την οικονομία της αγοράς και την αντιπροσωπευτική ‘δημοκρατία’ ». Τ. Φωτόπουλος, ‘Ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας’, σελ.68 (Γορδιος; Αθηνα, 2003).
[3]Σε αυτό το σημείο μπορεί να γίνει αναφορά στον Carl Schmitt και στην μέθοδο ταξινόμησης που αυτός χρησιμοποιούσε για να διαχωρίσει το αυθεντικό πολιτικό αντάρτικο από οργανώσεις παράνομων, κλεφτών, συμμοριτών χωρίς πολιτικά χαρακτηριστικά. Ένα βασικό κριτήριο κατά τον Schmitt ήταν η στήριξη του αντάρτικου από τρίτες χώρες, που πρόσφεραν υλική βοήθεια αλλά κυρίως διπλωματική αναγνώριση και πολιτική υπόσταση στους επαναστάτες. Τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε ότι παρόμοιο ρόλο παίζει η στάση του ευρύτερου χώρου του κινήματος απέναντι σε ακραίες ομάδες που ξεπηδούν η δρούν μέσα σε αυτό. Η άκριτη υιοθέτηση της επίσημης πολιτικής γραμμής και η ιδεολογική εγκατάλειψη αναρχικών, ακρο-αριστερών και άλλων εκ μέρους του κινήματος επισκιάζει τον πολιτικό χαρακτήρα των πράξεων αντιβίας και τις παρουσιάζει σαν εγκληματικές ενέργειες ανθρώπων χωρίς ηθικούς φραγμούς ή αίσθηση υπακοής στον νόμο.
[iv] Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτές οι διαφορές όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν κατά την διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου, όταν η Ισπανική Αριστερά είχε εμπλακεί συνολικά σε έναν αγώνα ζωής ή θανάτου με τις δυνάμεις της παραδοσιοκρατίας και της αντίδρασης, αλλά αντίθετα έγινε περισσότερο εμφανής η διαχρονική ισχύς αυτών των αντιθέσεων καθώς και οι καταστροφικές τους συνέπειες. Μάλιστα, όπως συμπεραίνει ο ιστορικός Hew Thomas, «...είναι ολοφάνερο ότι η έλλειψη αυτής ακριβώς της ενότητος ανάμεσα στους δημοκρατικούς (που αντίθετα δεν έλειπε από το εθνικιστικό στρατόπεδο) ήταν ο βασικός συντελεστής της ήττας τους». Η. Thomas, ‘Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος’, σελ.467 (Τολίδης; Αθήνα, 1971). Ο Ισπανικός εμφύλιος προσφέρεται ως το κατ’εξοχήν ιστορικό μοντέλο για την μελέτη των ιδεολογικών διασπάσεων από τις οποίες υπέφερε η Αριστερά και των προεκτάσεων τους στον τρόπο που διεξήχθη η πολεμική προσπάθεια της Δημοκρατίας. Ο λόγος γι’αυτό είναι πως σε κατάσταση πολέμου το ζητούμενο για κάθε εμπόλεμο στρατόπεδο είναι η εξάλειψη των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και η επίτευξη ενός αυξημένου βαθμού συστράτευσης. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη και η φύση των οποίων διαφορών γίνονται ευκολότερα αντιληπτές μέσω του αντίκτυπου που αυτές είχαν στην διαμόρφωση του στρατηγικού σχεδιασμού του πολέμου. Για παράδειγμα ο Thomas κάνει μνεία αρκετών περιπτώσεων που το Γενικό Επιτελείο της Δημοκρατίας, σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενο απο τους κομμουνιστές, αρνήθηκε να εξοπλίσει κατάλληλα τις ταξιαρχίες των αναρχικών μαχητικών οπαδών, με πρόθεση να προκαλέσει την στρατιωτική ήττα των τελευταίων από τους εθνικόφρονες και έτσι να αποδυναμώσει υλικά αλλά και ηθικά το κίνημα τους που εξακολουθούσε να αποτελεί μια αξιόλογη πολιτική δύναμη στην Δημοκρατική Ισπανία.
[v] Εν προκειμένω, στο μυαλό μας έχουμε τον τύπο της κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ κινημάτων που προτείνει η νεο-μαρξιστική Αριστερά και που βασίζονται όχι σε κάποιο κοινό στρατηγικό όραμα ή σε μια ουσιαστική σύγκλιση απόψεων γύρω από το θέμα της κοινωνικής μεταρρύθμισης, αλλά σε μια υπολογιστική νοοτροπία που αντιλαμβάνεται την συμμαχία σαν έναν μοχλό πίεσης προς τους κατέχοντες για την προώθηση των στόχων του κάθε κινήματος μεμονωμένα. Τέτοιες είναι για παράδειγμα οι συμμαχίες μεταξύ των λεγόμενων single-issue movements, των οποίων τα αιτήματα αναφέρονται στην κατάργηση ή αναμόρφωση συγκεκριμένων πτυχών ή πρακτικών της καπιταλιστικής κοινωνίας, χωρίς όμως να αναπτύσσουν μια διεξοδικότερη κριτική του καπιταλιστικού οικονομικοκοινωνικού μοντέλου ή να εντάσσουν τους προβληματισμούς τους σε ένα γενικότερο πλαίσιο αμφισβήτισης (πχ. κινήματα για τα δικαιώματα των ζώων, κίνημα των Ευρωπαίων Πρασίνων). Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι οι δυνατότητες οικοδόμησης ενός κινήματος αμφισβήτισης πάνω σε αυτήν την βάση περιορίζονται εξ ορισμού από τον πρωτογενή χαρακτηρα των ίδιων των κινημάτων που καλλούνται να το επανδρώσουν.
[vi] Οι ηγέτες των ρεφορμιστικών οργανώσεων θα πρέπει να απαλλαγούν από την απατηλή αντίληψη πως το κίνημα θα σημειώσει προόδους με την έννοια της αύξησης του αριθμού των μελών του, μέσω μιας τακτικής προσέλκυσης οπαδών. Το κίνημα ξεπήδησε μέσα από τις περιστάσεις σαν μια αναγκαία μορφή πολιτικής εκφράσης της γενικής βούλησης, που δεν μπορεί πλέον να στοιχειοθετηθεί μέσα από τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Δεν είχε η στιγμή της σύστασης τουτίποτα κοινό με το ιδρυτικό συνέδριο ενός συμβατικού πολιτικού κόμματος. Γι’αυτό λοιπόν δεν χρειάζεται να προσφέρει στον κόσμο κίνητρα, παροχές και ανταμοιβές για να αποσπάσει την λαική υποστήριξη. Η επικαιρότητα του πολιτικού του μηνύματος θα διατηρείται όσο η αποδόμηση των μηχανισμών που προσδίδουν σταθερότητα και συνοχή στο κοινωνικό σώμα συνεχίζεται και οι κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων θυσιάζονται στον βωμό της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Ο μοναδικός τρόπος λοιπόν για να αποκτήσει το κίνημα καινούριους οπαδούς, και φυσικά να μην απωλέσει και αυτούς που έχει, είναι να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και μέσα από μια δυναμική σταρτηγική να δώσει την ευκαιρία στο ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων που ζούν κάτω από τα όρια της φτώχειας, ανέργων κι αποκλεισμένων να παρέμβει σε αυτές ενεργά και να τις διαμορφώσει. Τα χειροπιαστά αποτελέσματα είναι αυτά που θα εγγυηθούν το μέλλον του κινήματος και όχι οι κενές, ρητορικές διακηρύξεις.

Αδιέξοδα του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας


Για ακόμη μια φορά η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με το αδιέξοδο της πολιτικής που ακολουθεί ο Πρόεδρος Πούτιν αναφορικά με το ζήτημα της Τσετσενίας. Παραδέχομαι πως χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της συμβατικής ηθικής είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς μια στρατιωτική επιχείρηση που στρέφεται ενάντια σε μικρά παιδιά και τους δασκάλους τους σε έναν παιδικό σταθμό της Βόρειας Οσσετίας. Αντί να καταφύγουμε ξανά στους παραδοσιακούς αφορισμούς κατά της πρωτοφανούς βαρβαρότητας των Τσετσένων πολεμιστών, θεωρώ πως θα ήταν συνετό να προσεγγίσουμε τα γεγονότα από μια διαφοερτική, πιο εποικοδομητική σκοπιά που εάν υιοθετείτο από την Ρωσική κυβέρνηση, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή μιας ακόμα τραγωδίας για τον δύσμοιρο Ρωσικό λαό.
Η εκ των προτέρων καταδίκη των Τσετσένων εισβολέων ως αιμοδιψών δολοφόνων μας οδηγεί αναπόδραστα σε μια λογική απόρριψης κάθε είδους συνδιαλλαγής με τους δράστες αφού, σε πρώτη φάση η τακτική διαπραγμάτευσης με μια σπείρα στυγνών δολοφόνων εμφανίζεται ως μη-αποδεκτή από ηθικής άποψης, ενώ τίθεται εν αμφιβόλλω και η δυνατότητα που έχουν οι Ρωσικές αρχές να πετύχουν την απελευθέρωση των ομήρων με τη χρήση διπλωματικών μέσων. Σε αυτήν την περίπτωση, κι εάν η Ρωσική κυβέρνηση καταφύγει σε μια επιχείρηση διάσωσης των ομήρων όπως έκανε στο θέατρο της Μόσχας, δεν μένει στους Τσετσένους άλλη επιλογή από το να κάνουν επίδειξη της βαναυσότητας που τους προσάπτουν Ρώσοι και δυτικοί αναλυτές, με μόνο στόχο τον παραδειγματισμό των κρατικών Ρωσικών αρχών και της κοινής γνώμης. Εάν η Ρωσία διαλέξει τον δρόμο της βίαιης αντιπαράθεσης, πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως οι αντάρτες θα προχωρήσουν στην εκτέλεση όσο το δυνατόν περισσοτέρων ομήρων για να καταστήσουν σαφές πως η αλαζονεία τιμωρείται και να διασφαλίσουν πως μελλοντικές επιχειρήσεις των συναγωνιστών τους δεν θα έχουν παρόμοια κατάληξη. Μια άρνηση της κυβέρνησης να συνομιλήσει με τους τρομοκράτες και να ικανοποιήσει ένα μέρος τουλάχιστον τον αιτημάτων τους, ισοδυναμεί με ουσιαστική θανατική καταδίκη των παιδιών που βρίσκονται αιχμάλωτα στο εσωτερικό του σχολείου. Οι Τσετσένοι μαχητές θα παίξουν τον ρόλο του εκτελεστικού οργάνου, όμως η οριστική απόφαση για την θανάτωση τους θα ανήκει στη Ρωσική κυβέρνηση.
Ας αποφύγουμε εδώ την σύγχυση που συχνά γίνεται μεταξύ των Τσετσένων αντιστασιακών και των πρακτόρων του δικτύου της Αλ-Κάιντα. Ανεξάρτητα εάν στα τάγματα Τσετσένων ανταρτών έχουν παρεισφρύσει και οι επαγγελματίες τρομοκράτες του Μπιν Λάντεν, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κρίση της οποίας η διαχείριση με πολιτικά μέσα είναι εφικτή, και όχι με το τετελεσμένο μιας βομβιστικής ενέργειας. Τα αιτήματα είναι υπαρκτά, η ανταλλαγή κρατουμένων μεταξύ εμπόλεμων παρατάξεων είναι μια πρακτική αποδεκτή από το διεθνές δίκαιο και ο δίαυλος επικοινωνίας έχει ηδη ανοιχτεί από τους ενόπλους που μέσα από το οχυρωμένο σχολείο υπέδειξαν το κατάλληλο άτομο από Ρωσικής πλευράς για να αναλάβει την διεξαγωγή διαπαραγματεύσεων (τον παιδίατρο Λεβ Ροσάλ). Δεν είναι καθόλου απίθανο να γίνει και μια χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους των ανταρτών με την απέλευθέρωση ομάδας ομήρων πρίν ή κατά την διάρκεια των διαβουλεύσεων. Μια τέτοια κίνηση ενδεχομένως να αποβλέπει στο να πείσει τον κόσμο που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ότι η σφαγή των ομήρων δεν είναι αυτοσκοπός κι ότι με τους κατάλληλους χειρισμούς από μέρους των Ρώσων, η διάσωση των ομήρων στο σύνολο τους είναι εφικτή. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η Ρωσική κυβέρνηση θα αποδεχτεί μια τέτοια κίνηση συμβιβασμού αφού γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτήν την περίπτωση, ο Ρώσος Πρόεδρος θα υποστεί επιπρόσθετη πίεση για να φέρει εις πέρας την αναίμακτη επίλυση της κρίσης, σε αντίθεση με τον αδέξιο και εν τέλει τραγικό τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την προηγούμενη κρίση στο θέατρο της Μόσχας.
Η θλιβερή αλήθεια που καθορίζει την πραγματικότητα των ασύμμετρων συγκρούσεων σαν αυτή της Τσετσενίας είναι πως όταν μια εκ των αντιμαχόμενων παρατάξεων υστερεί δραματικά έναντι του αντιπάλου σε οπλισμό και ανθρώπινους πόρους και αδυνατεί να επιφέρει στρατιωτικά πλήγματα στον εχθρό που θα οδηγήσουν σε μαζικές απώλειες αλλάζοντας την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο της μάχης, η έλλειψη μέσων για την διεξαγωγή ορθόδοξου πολέμου ισοσκελίζεται από μια στρατηγική που σαν στόχο έχει να επιφέρει χτυπήματα με μεγάλη συμβολική ή ψυχολογική σημασία. Μπορεί οι Τσετσένοι να θεωρούνται εμπειροπόλεμοι και σκληροί μαχητές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταφύγουν σε κατά μέτωπο επιθέσεις ενάντια στις Ρωσικές δυνάμεις και να ελπίζουν σε νικηφόρο αποτέλεσμα. Το ισοζύγιο δυνάμεων είναι τόσο συντριπτικά υπέρ των Ρώσων που ούτε η συνεχής παρενόχληση των περιπόλων του Ρωσικού στρατού μπορεί να μεταβάλει την στρατιωτική κατάσταση αποφασιστικά υπέρ των ανταρτών. Η απώλεια δύο ή τριών στρατιωτών καθημερινά σε ενέδρες ή αιφνιδιαστικές επιθέσεις, είναι μια κατάσταση που φθίρει τις Ρωσικές δυνάμεις αλλά δεν ανατρέπει ουσιαστικά την υπεροχή τους. Παράλληλα, τα αντίμετρα του Ρωσικού στρατού είναι εξοντωτικά. Ολόκληρα χωριά και πόλεις έχουν ισοπεδωθεί, άντρες απάγονται μέσα στη νύχτα από Ρώσους κομάντος και κανείς ποτέ δεν τους ξαναβλέπει. Υπό το φώς αυτών των θηριωδιών που στρέφονται αποκλειστικά κατά του άμαχου πληθυσμού, και ελλείψει ουσιαστικής προόδου στο πολιτικό μέτωπο του απελευθερωτικού αγώνα, μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι οι αυτονομιστές κινδύνευαν, ή κινδυνεύουν, άμεσα να απωλέσουν την υποστήριξη του Τσετσενικού πληθυσμού. Γι’αυτόν τον λόγο, η αλλαγή πλεύσης με την μεταφορά του πολέμου σε Ρωσικό έδαφος και την εντατικοποίηση της σύγκρουσης με το αυταρχικό Ρωσικό κράτος απετέλεσε μονόδρομο για την Τσετσενική αντίσταση.
Επιπροσθέτως, οι αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες που ένας διαρκής πόλεμος φθοράς θα μπορούσε να έχει στο ηθικό του μητροπολιτικού Ρωσικού πληθυσμού, περιορίζονται δραστικά από το καθεστώς σκληρής λογοκρισίας που έχει επιβάλει το Κρεμλίνο αναφορικά με τα νέα που διαρρέουν από το Τσετσενικό μέτωπο στον, έτσι κι αλλιώς ελεγχόμενο Ρωσικό τύπο. Οι Τσετσένοι αυτονομιστές έχουν επανειλημμένα δοκιμάσει να διασπάσουν αυτόν τον κλοιό της σιωπής που περιβάλλει τις εξελίξεις γύρω από τον αγώνα τους, σε μία περίπτωση μάλιστα αποδεχόμενοι να φιλοξενήσουν τον Ρώσο δημοσιογράφο Αντρέι Μπαμπίτσκι που βρισκόταν στην εμπόλεμη Τσετσενία με την ιδιότητα του ανταποκριτή ενός ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Ο Μπαμπίτσκι επέζησε της περιπέτειας του παρόλο που έμεινε με τους αντάρτες για πάνω από δύο μήνες και βρέθηκε μαζί τους στην πρώτη γραμμή των μαχών καλύπτοντας δημοσιογραφικά τις επιδρομές τους κατά των Ρωσικών στρατευμάτων. Κατά τη επιστροφή του στην Ρωσία κυνηγήθηκε άγρια από τις αρχές που τον κατηγόρησαν για προδοσία. Η υπόληψη του Μπαμπίτσκι κηλιδώθηκε αφου χαρακτηρίστηκε ως υπονομευτής της Ρωσικής πολεμικής προσπάθειας, ως ύποπτος για διασυνδέσεις με τρομοκράτες και ως ιδεολογικός αρωγός των Τσετσένων εξτρεμιστών. Εξακολουθεί να μάχεται κατά των χαλκευμένων κατηγοριών που εκτοξεύουν εναντίον του ο Ρωσικός στρατός και η αστυνομία, όμως το παράδειγμα του ήταν αρκετό ώστε να διασφαλίσει την περαιτέρω συμμόρφωση της Ρωσικής δημοσιογραφικής κοινότητας και την ευθυγράμμιση της με την κυβερνητική πολιτική. Το πέπλο σιωπής ξανάπεσε πάνω από την Τσετσενία και σχίζεται μόνο κατά περίσταση, από τον εκκωφαντικό θόρυβο των Τσετσένων βομβιστών αυτοκτονίας που ανατινάζονται σε κάποια Ρωσική πλατεία, σε έναν σταθμό του μετρό της Μόσχας, ή αλοίμονο, σε κάποιο σχολείο γεμάτο από ανυποψίαστους μαθητές.
Το εμφανές και πρόδηλο συμπέρασμα είναι πως στην απευκταία περίπτωση που οι μικροί όμηροι του Μπεσλάν δεν βγούνε σώοι από την περιπέτεια τους, μοναδικοί ένοχοι για τον θάνατο τους θα είναι οι τυφλωμένοι από φανατισμό απαγωγείς τους. Όμως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, με ποιά λογική απαλάσσουμε την Ρωσική κυβέρνηση από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες που φέρει γι’αυτήν τη νέα τραγωδία;
Είναι πλέον φανερό πως η πολιτική του Πούτιν στο ζήτημα της Τσετσενίας έχει χρεωκοπήσει. Η Ρωσία ερήμωσε μια ολόκληρη χώρα αλλά δεν κέρδισε τον πόλεμο. Η Ρωσία απώλεσε πλέον την δυνατότητα να απειλεί τους Τσετσένους με συλλογικά αντίποινα και αιματοβαμμένες τιμωρίες, αφού δεν έμεινε τίποτα που οι τελευταίοι να θέλουν να προστατεύσουν, να φοβούνται μήπως χάσουν ή μήπως το στερηθούν. Η κυβέρνηση του Πούτιν όχι μόνο δεν εξασφάλισε την ειρήνευση της ανυπότακτης επαρχίας, αλλά με τους λαθεμένους χειρισμούς της συνέβαλε στην μεταφορά της εμπόλεμης κατάστασης στην Ρωσική ενδοχώρα. Στα πρότυπα του Τζώρτζ Μπους, ο αρχηγός του Ρωσικού κράτους οικοδομεί μια νέα αυταρχική εξουσία στο εσωτερικό της Ρωσικής δημοκρατίας στην βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου που σαν βασική συνισταμένη έχει την αποτελεσματική προστασία του Ρωσικού λαού από την τρομοκρατική απειλή.[i] Οι Ρώσοι τώρα αντιλαμβάνονται πως τέτοιες υποσχέσεις απέναντι σε έναν απελπισμένο και απρόβλεπτο εχθρό είναι ανεδαφικές και τελικά, εντελώς αδύνατες στην πραγματοποίηση τους.
Ενδεχόμενοι στόχοι όπως κυβερνητικά κτίρια και κρατικές υποδομές, στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις, αγωγοί πετρελαίου και δίκτυα ενεργειακού ανεφοδιασμού είναι δυνατόν να προβλεφθούν και να προστατευθούν, στο πλαίσιο ενός ερμηνευτικού θεωρητικού σχήματος που επιβάλει μια λογική συνέπεια στη δράση και τη στρατηγική που ακολουθούν οι τρομοκράτες. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της διάχυτης τρομοκρατίας. Αλήθεια, σύμφωνα με ποιο αντιτρομοκρατικό σενάριο θα μπορούσε να προβλεφθεί και να έχει αποτραπεί μια τρομοκρατική επίθεση ενάντια σε ένα δημοτικό σχολείο της Βόρειας Οσετίας; Είναι οι ζωές των μικρών μαθητών αποδεκτές παράπλευρες απώλειες στην μάχη κατά της τρομοκρατίας; Τα ίδια ερωτήματα δεν ισχύουν και στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών που εξακολουθούν να ζούν στη σκιά μιας επικείμενης τρομοκρατικής επιχείρησης μεγάλης κλίμακας, που οι ίδιες οι αρχές των ΗΠΑ ισχυρίζονται πως είναι πρακτικά αδύνατο να αποτρέψουν και παραδέχονται ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να συμβεί; Πώς να μην θεωρηθεί αποτυχημένη μια κυβέρνηση που καταχωρεί μεταξύ των σπουδαιότερων επιτευγμάτων της την εξολόθρευση της τρομοκρατίας, αλλά δεν διστάζει να προετοιμάζει ψυχολογικά τους πολίτες της για τη σκληρή πραγματικότητα ενός καινούριου χτυπήματος; Γιατί να μην καταλογίσουμε συνενοχή σε μια τέτοια εγκληματική κυβέρνηση;
Αφού έγινε ευρέως γνωστή η εισβολή των εξτρεμιστών στο σχολείο της Οσετίας, οι κάθε λογής εμπειρογνώμονες έσπευσαν να διαδηλώσουν δημόσια την ακράδαντη πεποίθηση τους ότι ουδεμία διαπραγμάτευση θα πρέπει να γίνει μεταξύ κυβέρνησης και τρομοκρατών. Όπως πάντα, το αστείο επιχείρημα τους είναι ότι ενδεχόμενη υπαναχώρηση των αρχών στο θέμα της ικανοποίησης των αιτημάτων που προβάλλονται από τους απαγωγείς, μπορεί να δημιουργήσει κακό προηγούμενο και να ωθήσει κι άλλους να μιμηθούν το παράδειγμα της ‘θριαμβεύουσας τρομοκρατίας’. Η σκληρή αυτή γραμμή της μηδενικής ανοχής και της αδιάλλακτης στάσης προς τους τρομοκράτες έχει αναχθεί σε δογματική και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια από τους επαγγελματίες αναλυτές του "αντικειμένου" της τρομοκρατίας, παρα το γεγονός ότι εώς τώρα δεν δείχνει να έχει το παραμικρό αποτέλεσμα και σε καμία περίπτωση δεν έχει οδηγήσει σε ύφεση του φαινομένου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, η πολιτική της ‘μηδενικής ανοχής’ του Πούτιν είχε ως αποτέλεσμα την ολοένα και συχνότερη επανάληψη των επιθέσεων των Τσετσένων, που με την πάροδο του χρόνου γίνονται περισσότερο αιματηρές και όλο και πιο απρόβλεπτες. Φυσικά αυτή η τάση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην Ρωσία κι έχει το αντίστοιχο της στον παρατεταμένο πόλεμο που έχουν κηρύξει τα δυτικά κράτη στις απανταχού ένοπλες πολιτικές οργανώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούμε πως η μοναδική ελπίδα για την διάσωση των ομήρων του Μπεσλάν είναι ο διάλογος με τους Τσετσένους αυτονομιστές και η ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Αυτή είναι η μοναδική επιλογή αν η Ρωσική κυβέρνηση επιθυμεί να σώσει όση αξιοπρέπεια της έχει απομείνει.

[i] Εξού και οι εξαγγελίες του Πούτιν για ριζική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος στην μετασοβιετική Ρωσία, που σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνοχής της Ρωσικής κρατικής μηχανής δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες συνθήκες για αποτελεσματική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Οι μεταρρυθμίσεις προσβλέπουν στην αποδυνάμωση της Δούμας, δηλαδή του νομοθετικού σώματος του Ρωσικού κράτους, και την δημιουργία μιας πανίσχυρης συγκεντρωτικής προεδρίας, παρακαταθήκη για την μελλοντική ανάδυση μιας ‘απολυταρχικής δημοκρατίας’ στην οποία πρωτεύοντα ρόλο στην διακυβέρνηση του κράτους θα παίζει ο εκτελεστικός τομέας. Οι ομοιότητες με το μοντέλο διακυβέρνησης του Μπους είναι εμφανείς. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί δυτικοί αναλυτές, καθώς και πλείστοι Ρώσοι αντιφρονούντες, υποστηρίζουν ότι τα μέτρα Πούτιν για αναδιάρθρωση του Ρωσικού κράτους ισοδυναμούν με συνταγματικό πραξικόπημα, όρος που χρησιμοποίησα αλλού για να περιγράψω την μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Όρα Γ.Ξ. Πρωτόπαπας, Ρωσία και Ιράκ στην Μέγγενη της Βίας, Ο Κόσμος του Επενδυτή, 19/09/04.