Tuesday, February 17, 2009

Αυταπάτες των Αναρχικών


Η αισιοδοξία είναι βασικό στοιχείο της ψυχοσύνθεσης του επαναστάτη. Τον βοηθά να μην χάνει την πίστη του στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, να εμπιστεύεται τη δύναμη της λογικής τους, να μην απογοητεύεται από τις ήττες και τα πισωγυρίσματα. Όμως, όσο απαραίτητη είναι η αισιοδοξία για την διατήρηση της πίστης στην προοπτική μιας ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας, άλλο τόσο αντεπαναστατική είναι η υπέρ-αισιοδοξία που δεν επιτρέπει στους ακτιβιστές να αντιληφθούν τα λάθη τους, να αξιολογήσουν σωστά την κοινωνική συγκυρία και να ανασκευάσουν την στρατηγική και τις τακτικές τους.
Ο Δεκέμβρης του 2008 έδωσε το έναυσμα για τη διεύρυνση των συγκρουσιακών πεδίων στην ελληνική κοινωνία, σηματοδότησε την εμπλοκή νέων κοινωνικών ομάδων σε μια διαδικασία μετωπικής αντιπαράθεσης με το σύστημα και βούτηξε στην ανυποληψία τους πολιτικούς θεσμούς του κατεστημένου. Για ένα μικρό διάστημα, η υφέρπουσα κοινωνική εξέγερση υπερπήδησε τα παγιωμένα πολεοδομικά όρια μέσα στα οποία φρόντισαν να την εγκλωβίσουν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, ξεχείλισε από το ηρωικό προπύργιο των Εξαρχείων και κατέλαβε το κέντρο της Αθήνας, τις συνοικίες και τα αστικά κέντρα της επαρχίας. Το στοίχημα για τα αντιεξουσιαστικά στοιχεία ήταν η μονιμοποίηση αυτής της εξάπλωσης των ορίων της κοινωνικής εξέγερσης, η συστράτευση των εξεγερμένων στρωμάτων σε ένα ενιαίο κίνημα ανατροπής και η αποφυγή της επαναφοράς του κινήματος στην πρότερη κατάσταση πολιτικής και κοινωνικής απομόνωσης του που ίσχυε πριν από το αυθόρμητο ξέσπασμα του Δεκέμβρη.
Βλέποντας τον τίτλο του Indymedia, «Τίποτα δεν τελείωσε… Όλα συνεχίζονται!» και το αυτάρεσκο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε αυτές τις σελίδες αναφορικά με την πορεία για την Κωνστ. Κούνεβα («Σχετικά με την πορεία για την Κ. Κούνεβα», http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=976786) δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ μήπως ολόκληρο το αναρχικό κίνημα πάσχει από εκείνες τις αυταπάτες επαναστατικής υπεραισιοδοξίας που το εμποδίζουν να δει καθαρά την κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από αυτό. Ενώ το Indymedia βαυκαλίζεται ότι τίποτα δεν τελείωσε και οι ανώνυμοι εκφραστές του αναρχικού δόγματος πανηγυρίζουν για το σπάσιμο πέντε μαγαζιών στο Γκάζι,[i] η ελληνική κοινωνία βαθμιαία επανακάμπτει σε καθιερωμένες νοοτροπίες αγέλης, υιοθετεί την «επίσημη» ερμηνεία της εξέγερσης του Δεκεμβρίου που υποστηρίζεται από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και θέτει τον εαυτό της υπό την προστασία της «αντιπολίτευσης», προστρέχοντας στα τσακάλια (του ΠΑΣΟΚ) για να τη σώσουν από τους λύκους (της ΝΔ).
Δεν θέλω να απαξιώσω τη συνεισφορά των εκατοντάδων συντρόφων που επί μέρες πολέμησαν τους μπάτσους, συμμετείχαν στις καταλήψεις κι έλαβαν μέρος στις συνελεύσεις, ούτε να αμφισβητήσω τις προθέσεις τους. Είμαι όμως αντίθετος με μια «επαναστατική» νοοτροπία που, σαν άλλος δον Κιχώτης, κατασκευάζει κατά φαντασίαν «εχθρούς» στα μέτρα της, για να θριαμβολογήσει ύστερα για τις νίκες που πετυχαίνει. Μήπως αυτό δεν συνέβη στην πορεία για την Κούνεβα όταν γράφοντας από αυτό το βήμα, κάποιος ανώνυμος αναρχικός περιέγραψε, με μπόλικες δόσεις λογοτεχνικού λυρισμού, το μετρό ως «κλειστή απαστράπτουσα μηχανή μεταφοράς της εργατικής δύναμης (sic)», για να συγχαρεί έπειτα τους συντρόφους που πέτυχαν άλλη μια «νίκη» για το κίνημα κόντρα σε αυτή την «απαστράπτουσα μηχανή» βανδαλίζοντας τον σταθμό στο Γκάζι; Δεν εξετάζω εδώ αν ο βανδαλισμός ήταν σωστή ή λάθος κίνηση, αλλά προβληματίζομαι από το γεγονός ότι παρουσιάστηκε από τον ανώνυμο συγγραφέα (με πολλούς από κάτω να προσυπογράφουν) ως μεγάλη επιτυχία του κινήματος. Δεν μοιάζει αυτή η τακτική με το χτίσιμο ενός χάρτινου πύργου που μόνοι μας τον φτιάξαμε, μόνο και μόνο για να τον γκρεμίσουμε μετά πιο εύκολα;
Για να αποφύγουμε μελλοντικά τέτοιες εξάρσεις ψευτοεπαναστατικού ζήλου, θα προσπαθήσω εδώ να ορίσω με νηφαλιότητα κι όσο πιο αποστασιοποιημένα μπορώ τα θεμελιώδη κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, να «μετρήσουμε» την πρόοδο ενός κοινωνικού κινήματος. Τα κριτήρια αυτά βασίζονται τόσο στην μελέτη της ιστορίας των επαναστατικών κινημάτων, όσο και στη συμβατότητα τους με τον τελικό επιθυμητό στόχο, που για κάθε γνήσιο αναρχικό οφείλει να είναι η δημιουργία μιας αμεσοδημοκρατικής κοινωνίας χωρίς εξουσιαστικές δομές, κράτος, αγορά και χρήμα.


Μετατροπή του αναρχικού κινήματος σε πλειοψηφικό ρεύμα και εισροή νέων ακτιβιστών στις τάξεις του.


Πέρα από την αυθόρμητη συμμαχία με τους κατοίκους των Εξαρχείων ενάντια στα ΜΑΤ τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης, κανένα κομμάτι της κοινωνίας δεν προσχώρησε στο αναρχικό ρεύμα. Η κατάληψη της ΓΣΕΕ έληξε άδοξα, αφού από τους πεντακόσιους εργάτες που συγκεντρώθηκαν στην πρώτη συνέλευση της Ελεύθερης Εργατικής Ζώνης, οι περισσότεροι ήταν από πριν μέλη της Ε.Σ.Ε. Επιπλέον, κανένα εργατικό συνδικάτο δεν αποκήρυξε επίσημα τον ρεφορμισμό για να ασπαστεί τις επαναστατικές ιδέες, δεν σημειώθηκε μαζική μετατόπιση μελών ή επαγγελματικών ομάδων από τον επίσημο συνδικαλισμό προς αυτόνομες μορφές οργάνωσης, ούτε μπόρεσε η Ε.Ε.Ζ. να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προκειμένου να πεισθούν οι γραφειοκρατικές εργατικές συνομοσπονδίες να οργανώσουν την Γενική Απεργία.
Ο αναρχισμός μπορεί να απέκτησε μερικούς καινούριους οπαδούς μέσα στον χώρο του φοιτητικού κινήματος, όμως οι πανεπιστημιακές συνελεύσεις εξανεμίστηκαν χωρίς να συμβάλλουν ουσιαστικά στην εδραίωση ενός αντι-εξουσιαστικού, αντιπολιτευτικού ρεύματος μέσα στα πανεπιστήμια, ή έστω στην ανάπτυξη παράλληλων θεσμών εναλλακτικής δημοκρατικής παιδείας.
Αναφορικά με τους μαθητές, οι επιθέσεις τους ενάντια στα αστυνομικά τμήματα επουδενί δεν μπορούν να ερμηνευτούν σαν το αποτέλεσμα της διείσδυσης των αναρχικών ιδεών στο μαθητικό κίνημα, ούτε μπορούν να αποδοθούν στην πολιτική προπαγάνδα του αναρχικού χώρου, εκτός εάν κάποιος νομίζει πως η πολιτική θεωρία του αναρχισμού εξαντλείται και δεν έχει να προτείνει τίποτα άλλο πέρα από επιθέσεις στους μπάτσους. Στην πραγματικότητα, οι επιθέσεις ήταν μια ενστικτώδικη αντίδραση των μαθητών ενάντια στη συστημική βία που υφίστανται καθημερινά. Όσοι δραστηριοποιούνται στον αναρχικό πολιτικό χώρο είναι «υπόλογοι» διότι δεν μπόρεσαν να μετατρέψουν την φυσική αποστροφή που νιώθουν οι μαθητές για τα σύμβολα της εξουσίας, σε θετική προδιάθεση σχετικά με την προοπτική συγκρότησης μιας κοινωνίας χωρίς εξουσιαστικές σχέσεις και θεσμούς. Η προσωρινή παρακώλυση της λειτουργίας του εκπαιδευτικού μηχανισμού, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εξοικείωση των νέων με τις βασικές αρχές της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας καθώς και για την εφαρμογή αυτών των αρχών στην πράξη μέσα από τις μαθητικές συνελεύσεις. Έτσι οι μαθητές θα είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν πολιτική συνείδηση και να υποβληθούν σε μια εναλλακτική διαδικασία κοινωνικοποίησης, καλλιεργώντας δεξιότητες και τρόπους σκέψης που θα τους καθιστούσαν άτομα με αυτόνομη σκέψη, ικανά να συγκροτήσουν και να μετέχουν στα δικά τους αμεσοδημοκρατικά συλλογικά όργανα. Ακόμη περισσότερο, θα είχαμε μια ολόκληρη γενιά η οποία έχοντας βιώσει την πολιτική συμμετοχή και την άμεση δημοκρατία στην πράξη, θα παρέμενε καχύποπτη απέναντι στους διεφθαρμένους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και δεκτική σε προτάσεις για εναλλακτικούς τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη και οι μαθητές αφέθηκαν έρμαια στις ορέξεις του συστήματος.
Όσο για τον ρόλο των μεταναστών, η μοναδική πρωτοβουλία που προήλθε από τον συγκεκριμένο χώρο αφορούσε την αυθόρμητη σύσταση ομάδων για μια πιο μεθοδική οργάνωση του πλιάτσικου στα μαγαζιά.
Μόλις υποχώρησε η οργή και το μαχητικό πνεύμα των πρώτων ημερών, οι κινητοποιήσεις καταλάγιασαν. Οι συμβολικές ενέργειες που έγιναν, όπως η προσωρινή κατάληψη στην ΕΡΤ, αποτελούν απόδειξη της φαντασίας και αστείρευτης δημιουργικότητας του κινήματος. Παρ’ όλα αυτά, επειδή οι ενέργειες ήταν μεμονωμένες και δεν εντάσσονταν σε κάποιο αντισυστημικό ιδεολογικό πλαίσιο με ξεκάθαρους στόχους και προσανατολισμό, το σύστημα μπόρεσε να τις απορροφήσει χωρίς ιδιαίτερες παρενέργειες και να τις παρουσιάσει ως τμήμα μιας αφηρημένης νεολαιίστικης διαμαρτυρίας με αίτημα «ένα καλύτερο μέλλον», φυσικά μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς. Επόμενο βήμα στην επιχείρηση ανασκευής της ιστορίας της εξέγερσης του Δεκέμβρη που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας τα καθεστωτικά ΜΜΕ, ήταν η πολυδιάσπαση της εξέγερσης σε μονοθεματικά κινήματα «διαμαρτυρίας» με μεταρρυθμιστικά αιτήματα, τα οποία εύκολα κουμαντάρονται από τους εξουσιαστές (φοιτητές υπέρ της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, μαθητές για βελτίωση των συνθηκών στα σχολεία, κλπ.). Αυτό φυσικά είναι συνέπεια της παντελούς έλλειψης πολιτικού οράματος που χαρακτήρισε την εξέγερση, μια έλλειψη που ο σύγχρονος «άμορφος» αναρχισμός των αποσπασματικών αυτόνομων στεκιών και καταλήψεων δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει, αφού, σε ευθεία αντίθεση με τον κλασικό αναρχισμό, απορρίπτει εκ των προτέρων οποιαδήποτε συζήτηση αναφορικά με την μορφή, τους τρόπους οργάνωσης και την στρατηγική μετάβασης σε μια μελλοντική επαναστατική κοινωνία. Τα εκφραστικά μέσα που είχαν στη διάθεση τους οι εξεγερμένοι επαρκούσαν για να δηλώσουν απόρριψη, αλλά δεν ήταν αρκετά προκειμένου να εκφέρουν επαναστατικό πολιτικό λόγο. Μπόρεσαν να απαριθμήσουν αυτά στα οποία είναι αντίθετοι, αλλά δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν συστηματικό λόγο σχετικά με τα όσα επιθυμούν. Έτσι, η ριζοσπαστική απόρριψη που εξέφραζε η εξέγερση του Δεκέμβρη εξημερώθηκε και ο επαναστατικός ενθουσιασμός της διοχετεύτηκε σε τυποποιημένες φόρμες κοινωνικής διαμαρτυρίας με περιορισμένης εμβέλειας αιτήματα για «καλύτερη παιδεία», «μείωση της ανεργίας», «καταπολέμηση της εργασιακής ανασφάλειας», κλπ.


Έγιναν οι αναρχικές ιδέες ηγεμονικές, ενάντια στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα;

Ασφαλώς όχι. Η πλειοψηφία των πολιτών σήμερα δεν είναι πιο κοντά στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι ήταν πριν από τις 6 του Δεκέμβρη. Πριν τη δολοφονία του Αλέξη κάποιες ενέργειες λαϊκής αντι-βίας (σπάσιμο τραπεζών, απαλλοτρίωση και ελεύθερη διανομή αγαθών από τα σουπερ-μάρκετ) που έγιναν από αντιεξουσιαστές, απέσπασαν την επιδοκιμασία μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων που το «ειρηνικό» κομμάτι των διαδηλωτών ενθάρρυνε τους αναρχικούς να κλιμακώσουν της δράση τους. Όμως το ζητούμενο δεν είναι η διεξαγωγή σποραδικών ενεργειών για λογαριασμό της κοινωνίας, αλλά η βιωματική εμπλοκή και συμμετοχή της κοινωνίας σε έναν καθημερινό αναρχισμό. Διαφορετικά οι αναρχικές ομάδες μετατρέπονται στην πράξη σε μια ακόμη πρωτοπορία που αρκείται να δρα ξέχωρα από το ευρύτερο σώμα της κοινωνίας και είναι ανήμπορη να κοινωνικοποιήσει τις αντιλήψεις της. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συμβαίνει γιατί το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα παραμένει συνειδητά διασπασμένο κι ανοργάνωτο, διότι δεν διαθέτει κάποιο βιώσιμο προκαταρκτικό σχέδιο αναφορικά με την μορφή που θα πάρει η ελεύθερη κοινωνία που θέλει να οικοδομήσει κι έτσι δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον κόσμο την ευκαιρία να διοχετεύσει την δυσπιστία που νιώθει απέναντι στο σύστημα, σε κανάλια δημιουργικής πολιτικής και κοινωνικής πράξης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη συγκρότηση συλλογικών δημοκρατικών θεσμών σε μαζική κοινωνική κλίμακα (π.χ. συνομοσπονδία τοπικών επαναστατικών συνελεύσεων), ένα σχέδιο δράσης όμως που βρίσκει αντίθετη την πλειοψηφία από τις αναρχικές συλλογικότητες που υπάρχουν στη χώρα. Η πρόταση για έστω μια υποτυπώδη σκιαγράφηση μιας μελλοντικής αμεσοδημοκρατικής κοινωνίας χωρίς Κράτος και χρήμα απορρίπτεται ως «αριστερίστικη» κι εν δυνάμει εξουσιαστική από τους αναρχικούς οι οποίοι εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους στον αυθορμητισμό και σε μια ρομαντική αντίληψη για το πώς επέρχεται ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Με αυτόν τον τρόπο αποποιούνται το βασικό επαναστατικό καθήκον τους. Αυτό δεν συνίσταται στο να υπαγορεύσουν στην κοινωνία ποιο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης είναι το «σωστό» ή το επιθυμητό, αλλά στο να δημιουργήσουν τις θεσμικές προϋποθέσεις που χρειάζονται προκειμένου ο κόσμος να επεξεργαστεί και να διαμορφώσει ελεύθερα, συλλογικά και μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες την μορφή κοινωνικής οργάνωσης που του ταιριάζει. Άλλωστε, η συγκατάθεση της κοινωνίας για οποιαδήποτε αποσπασματική δράση πραγματοποιούν οι αναρχικοί είναι κάτι αφηρημένο, όταν δεν υφίστανται οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους μπορεί να διαμορφώσει και να εκφράσει ρητά την βούληση της η κοινωνική πλειοψηφία. Η απουσία πολιτικού λόγου από μέρους των αναρχικών που έλαβαν μέρος στις πορείες, τις συγκρούσεις και τις καταλήψεις και η συνειδητή άρνηση διατύπωσης ενός εναλλακτικού κοινωνικού οράματος πέρα από γενικολογίες, ευχολόγια και μια εμμονή σε μια αντίληψη «δράσης για τη δράση», είχε σαν αποτέλεσμα την σταδιακή από-νοηματοδότηση της πολιτικής αντι-βίας που χρησιμοποίησε το κίνημα και την επανάκαμψη των «νοικοκυραίων» σε έναν τρόπο σκέψης που επικεντρώνεται στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης. Χάρη στην προπαγάνδα των ΜΜΕ αλλά και την έλλειψη αναρχικού πολιτικού λόγου, τα συγκρουσιακά φαινόμενα αποχωρίστηκαν από το πολιτικό τους υπόβαθρο και παρουσιάστηκαν στον πολύ κόσμο ως απλά επεισόδια χωρίς πολιτική σημασία ή σκοπό. Ο εξεγερσιακός αναρχισμός φανέρωσε σε αυτή την περίπτωση τα έμφυτα όρια του, προτάσσοντας την αντι-βία ως αυτοσκοπό. Προσωπικά γνωρίζω ανθρώπους που ήθελαν να κατέβουν στις συνελεύσεις, αλλά κρατήθηκαν μακριά από τις συνεχιζόμενες βίαιες συγκρούσεις και τον φόβο της σύλληψης. Οι υπερ-επαναστάτες ας μην βιαστούν να απαξιώσουν τους ανθρώπους αυτούς ως «βολεμένους» ή «νοικοκυραίους», αφού ο μετασχηματισμός του κυρίαρχου συστήματος αξιών και ιδεών σε μαζική κοινωνική κλίμακα υπέρ της κατάργησης των εξουσιαστικών σχέσεων, οφείλει να περιλαμβάνει το σύνολο της κοινωνίας και των πολιτών (πέρα από την πολιτικο-οικονομική ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα). Η διάχυτη αντι-βία κάποια στιγμή αποδείχτηκε αντιπαραγωγική και εμπόδισε το κίνημα να εξελιχθεί και να μεγαλώσει μέσα από την καθιέρωση μόνιμων θεσμών άμεσης δημοκρατίας που θα βοηθούσαν στην διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου κινητοποίησης μέσω της μαζικής προσέλευσης μιας μεγάλης μερίδας πολιτών στις συνελεύσεις των δικών τους συλλογικών οργάνων. Αντί να κατηγορούμε το 90% της κοινωνίας ότι είναι πρόβατα και βολεμένοι, θα έπρεπε να κάνουμε ανοίγματα σε αυτούς γιατί η αναρχία σαν μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη μόνο ως συντριπτικά πλειοψηφικό ρεύμα ελεύθερα επιλεγμένο από το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας. Εκτός αν φανταζόμαστε την αναρχία ως ένα ακόμη μειοψηφικό επαναστατικό εγχείρημα που αποσκοπεί να συσπειρώσει αποκλειστικά το υποπρολεταριάτο και να το οργανώσει προκειμένου να κηρύξει τον πόλεμο και να επιβάλλει μονομερώς την κυριαρχία του στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Αλλά τι είδους αναρχία θα είναι αυτή, αν όχι μια νέα εξουσιαστική αρχή;


Το αναρχικό κίνημα διαμορφώνει την κοινωνική ατζέντα;


Όχι βέβαια. Στην οικολογία, την εργασία, την μετανάστευση, την οικονομία, την πολιτική οι ελίτ εξακολουθούν να εφαρμόζουν την βάρβαρη, καταστροφική πολιτική τους. Το αναρχικό κίνημα εξακολουθεί να δίνει ηρωικές μάχες οπισθοφυλακής (προφυλακισθέντες, Γάζα, Κούνεβα, πάρκο Λέλας Κραγιάννη) και απλώς περιμένει την επόμενη θηριωδία του συστήματος για να αντιδράσει. Αυτή η τακτική δεν ταιριάζει σε ένα κίνημα ανατροπής και ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, αλλά συνιστά απελπισμένη στάση αντίστασης, μιας αντίστασης που δεν είναι εφικτή μέσα στο παρών θεσμικό πλαίσιο. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως ένα κίνημα οφείλει να παράγει δική του αυτόνομη πολιτική και να οριοθετεί τους δικούς του στόχους, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και επιθετικές δράσεις που θα υποχρεώνουν τις ελίτ να καταφεύγουν σε αμυντικές τακτικές, όχι να επαφίεται στον κανιβαλισμό του συστήματος για να πάρει πρωτοβουλίες. Δύο μήνες μετά τον Δεκέμβρη, αντί να βρισκόμαστε στην επίθεση έχοντας ιδρύσει ένα ισχυρό δίκτυο από μόνιμους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς (συνελεύσεις πολιτών, κλπ.), εξαπλώνοντας την εμβέλεια τους, αποσπώντας όλο και περισσότερο κόσμο από την αποχαύνωση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και εξοικειώνοντας τους με την καθημερινή πρακτική της αυτοκυβέρνησης, είμαστε πάλι σε άμυνα μαχόμενοι για την απελευθέρωση των συντρόφων μας που σαπίζουν στις κρατικές φυλακές.


Βρίσκεται το αναρχικό κίνημα σε ένα υψηλότερο επίπεδο πολιτικής συνειδητοποίησης μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη;


Δυστυχώς κι εδώ η απάντηση είναι όχι. Το αναρχικό κίνημα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις παραδοσιακές ιδεολογικές προκαταλήψεις του και απέτυχε να υπερβεί την αρχή της ομοφωνίας ως μέθοδο λήψης αποφάσεων, η οποία είναι εντελώς ακατάλληλη και ανεφάρμοστη για μια αναρχία εφαρμοσμένη σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Η προσκόλληση στην ομοφωνία ισοδυναμεί με την δικτατορία του ενός και προκαθορίζει τα πολιτικά όρια της αναρχίας ως οργανωτικής μεθόδου κατάλληλης για την εσωτερική λειτουργία ολιγομελών ομάδων και όχι ως βάσης για ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Άρα, εκ των πραγμάτων, λόγω των έμφυτων λειτουργικών περιορισμών που ενέχει η τήρηση της αρχής της ομοφωνίας, ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι μέσα στους στόχους του αναρχικού κινήματος με την μορφή που αυτό έχει σήμερα. Και φυσικά η έλλειψη ενός σχεδίου σύνδεσης των σκόρπιων αυτόνομων ομάδων σε μια συνομοσπονδιακή δομή δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αρμονική συνύπαρξη των μελλοντικών ελεύθερων κοινοτήτων, αλλά ενδέχεται να οδηγήσει στην ανάπτυξη ακόμη και ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ τους.
Ως προς το ζήτημα της βελτίωσης της εσωτερικής δομής και του τρόπου λειτουργίας των συνελεύσεων, δεν δημιουργήθηκαν δημοκρατικές θεσμικές διαδικασίες μέσα στις συνελεύσεις που να κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην ισηγορία (το ίσο δικαίωμα του καθενός να εκφράζει ελεύθερα την άποψη του και να υποβάλλει θέματα προς ψήφιση), την ύπαρξη ανακλητών εντολοδόχων (ΟΧΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ) δεσμευμένων με ρητές οδηγίες από την συνέλευση, ανακλητών επιτροπών, κλπ. που θα καθιστούσαν τις συνελεύσεις ελκυστικές και λειτουργικές με δυνατότητα διεύρυνσης για να συμπεριλάβουν το ευρύ κοινό. Ας μην ξεχνάμε πως όταν εφαρμόζονται αποκλειστικά σε «πρωτοβουλιακή» βάση, οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μπορούν να αποξενώσουν και να «τρομάξουν» τον κόσμο, αντί να αποτελέσουν πόλο έλξης για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Όλα αυτά δείχνουν κατά την γνώμη μου πως το αναρχικό κίνημα δεν έμαθε από την εμπειρία του Δεκεμβρίου και αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια ψυχολογική κατάσταση άρνησης. Διάφοροι ανώνυμοι αναρχικοί εξακολουθούν να μιλούν και να γράφουν για μια «εξέγερση» που έχει σβήσει προ πολλού και να την παρουσιάζουν σαν χειροπιαστή πολιτική πραγματικότητα, σαν υπαρκτό κίνημα με σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά, όργανα διαμόρφωσης πολιτικής και επιδιώξεις. Όμως, οι κεντρικές συνελεύσεις μας διαλύθηκαν, οι τοπικές συνελεύσεις φυτοζωούν και τα αυτόνομα στέκια παραμένουν διασκορπισμένα και ανίκανα να σχηματίσουν ένα ενιαίο κίνημα.
Ο Δεκέμβρης πέρασε και αυτό που χρειάζεται τώρα είναι περισυλλογή κι αυτοκριτική ώστε όταν έρθει ο επόμενος «Δεκέμβρης» το κίνημα να είναι ποιο έτοιμο να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις των καιρών.




[i] Γράφει ο ανώνυμος συγγραφέας που σχολίασε την πορεία για την Κούνεβα από «αναρχική» σκοπιά: «Όταν η πορεία έφτασε έγινε γρήγορα σαφές ότι η διάδραση μεταξύ του κόσμου της εξέγερσης και των ναών του θεάματος που θησαυρίζουν χάρη στην εκμετάλλευση επισφαλούς εργασίας δε θα είχε ειρηνική έκβαση. Η αυθόρμητη επίθεση στο mamacas’ και σε ότι αυτό συμβολίζει με τη μη μου άπτου, αποστειρωμένη ψευδο-gay, και politically correct, καπιταλιστική αισθητική του, συμπληρώθηκε από την επίθεση στο mad η οποία ήταν χρωστούμενη χρόνια τώρα από τα σαββατόβραδα της αλλοτρίωσης που επιφυλάσσουν τα γαμάτα αντικουλτουριάρικα clubs. Οι επιθέσεις αυτές απλώς υπογράμμισαν ότι οι αληθινές γιορτές γίνονται στον δρόμο και μέχρι σήμερα λέγονται διαδηλώσεις, συγκρούσεις, απαλλοτριώσεις, street-parties». Κάποιος είχε πει ότι το νεφελώδες ιδίωμα των μεταμοντέρνων γεμάτο με μεταφορές, συμβολισμούς και αλληγορίες, σχεδιάστηκε για να κρύψει την απόλυτη έλλειψη πραγματικού πολιτικού λόγου. Κρίνοντας από το παραπάνω κείμενο, μάλλον είχε δίκιο.

Wednesday, January 21, 2009

Συμπαράσταση στην Παλαιστινιακή Αντίσταση


Στον πόλεμο της Γάζας, η δύση έριξε ολόκληρο το βάρος των ρατσιστικών ιδεολογικών και πολιτισμικών θεσμών της, πίσω από την ισραηλινή στρατιωτική επίθεση. Τα καθεστωτικά ΜΜΕ έχουν καταποντιστεί σε νέα βάθη ηθικής εξαχρείωσης, φτάνοντας στο σημείο να αναπαράγουν άκριτα τα πιο βρώμικα ψεύδη που βγαίνουν απευθείας από το τμήμα προπαγάνδας του ισραηλινού Υπουργείου Άμυνας. Δικαιολογούν την γενοκτονία ενός ολόκληρου λαού, στο όνομα της δήθεν μετριοπαθούς πολιτικής των «ίσων αποστάσεων». Μια πολιτική πρόδηλα μεροληπτική, όταν τα εμπόλεμα μέρη χωρίζονται από τεράστια διαφορά στρατιωτικής ισχύος. Οι επαναλαμβανόμενες ρατσιστικές ιδέες που διαποτίζουν τον λόγο τους είναι πράγματι τρομακτικές και δείχνουν πως δεν είναι απόρροια επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά προϊόν του βαθύτερου ρατσιστικού υπόβαθρου της κουλτούρας των δυτικών κοινωνιών.
Μιλούν διαρκώς για το δικαίωμα των πολιτών του Ισραήλ να ζουν ειρηνικά, παραβλέποντας το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει απεμπολήσει το δικαίωμα του στην «ομαλότητα», όσο συνεχίζει να κατέχει με τη βία την Παλαιστινιακή γη. Από τους ντόπιους απολογητές έγινε η σύγκριση με μια αμυνόμενη Ελλάδα που απαντά σε «βομβαρδισμό» της Πελοποννήσου. Αλήθεια, πόσο άστοχη είναι η αυτή η σύγκριση, όταν το Ισραήλ είναι αυτό που επιτέθηκε, εισέβαλλε και κατέλαβε την Παλαιστίνη, πραγματοποιώντας εθνοκάθαρση, σφάζοντας και εκτοπίζοντας παράλληλα τον ντόπιο πληθυσμό. Έναν πληθυσμό εκατομμυρίων προσφύγων που στην καθομιλουμένη ακόμη αποκαλούμε «Παλαιστίνιους», δηλαδή ιθαγενείς / γηγενείς της Παλαιστίνης. Μια εθνοκάθαρση που δεν αποτελεί διαφιλονικούμενο ιστορικό γεγονός αλλά πολιτική πραγματικότητα και συνεχίζεται στις μέρες μας με την πεισματική άρνηση του Ισραήλ να επιτρέψει την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους, δικαίωμα που το έχει αναγνωρίσει μέχρι και ο ανυπόληπτος ΟΗΕ.
Στο επιχείρημα ότι και οι Εβραίοι δικαιούνται να έχουν πατρίδα, απαντώ με μια εύλογη απορία: από πότε το δικαίωμα των Εβραίων για την απόκτηση δικής τους εθνικής εστίας, νομιμοποιεί και συνεπάγεται τον βίαιο εξανδραποδισμό, την αδιάκριτη σφαγή και την γενοκτονία των Παλαιστινίων; Με ποιο κριτήριο η δική μου ύπαρξη, ακυρώνει τη δική σας;
Ο χυδαίος ρατσισμός των δυτικών ΜΜΕ αποδεικνύεται από τη στάση τους στο ζήτημα των αμάχων. Τυφλωμένοι από τον αφελή πνευματικό ναρκισσισμό τους, οι «εμπειρογνώμονες» των «εγκυρότερων» ενημερωτικών εντύπων δεν διστάζουν να ταυτίζονται με την επικοινωνιακή γραμμή του Ισραήλ και να αναπαράγουν υπό μορφή σοβαρής ανάλυσης, το αηδιαστικό ψέμα πως υπόλογοι για τις σφαγές των αμάχων δεν είναι οι Εβραίοι δολοφόνοι που πυροβολούν παιδάκια στο κεφάλι και ισοπεδώνουν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα με τους βομβαρδισμούς τους, αλλά αντίθετα φταίνε οι Παλαιστίνιοι που χρησιμοποιούν τα παιδιά τους (άκουσον, άκουσον) σαν ασπίδες και σαν όπλα για να μεταστρέψουν υπέρ τους την διεθνή κοινή γνώμη! Εν ολίγοις υποστηρίζουν πως οι Παλαιστίνιοι είναι φανατισμένοι υπάνθρωποι που υπολείπονται συγκριτικά με μας σε στοιχειώδη ανθρώπινα ένστικτα, όπως είναι η αγάπη προς τα παιδιά τους.[i] Αντίθετα τα θυσιάζουν πρόθυμα και με τρόπο κυνικό. Για αυτούς οι άμαχοι δεν είναι παρά εργαλεία προκειμένου να επιτύχουν μια υποτιθέμενη επικοινωνιακή νίκη.
Από την άλλη μεριά, στη συμβολική αυτή αναπαράσταση της σύγκρουσης έχουμε τον ευγενή Εβραίο στρατιώτη, γαλουχημένο με τις δυτικές αξίες και το ουμανιστικό πνεύμα του δυτικού πολιτισμού, ο οποίος είναι ανίκανος να διαπράξει τις αγριότητες και τα ειδεχθή εγκλήματα που του καταλογίζουν. Στην πραγματικότητα το «πολιτισμένο» Ισραήλ δεν επιθυμεί την εκκένωση της Παλαιστίνης από τους Παλαιστίνιους ή αν είναι δυνατόν, την ολοκληρωτική φυσική εξόντωση τους. Όχι βέβαια! Ζητά μόνον να του επιτραπεί να ζήσει ειρηνικά (όσο θα ολοκληρώνει, εννοείται, ανενόχλητο την γενοκτονία σε βάρος των ανυπεράσπιστων Παλαιστίνιων).
Τα κατεστημένα ΜΜΕ μέμφονται την Χαμάς διότι χρησιμοποιεί πολιτικά κτήρια ως κάλυψη για τις στρατιωτικές της εγκαταστάσεις. Ωστόσο, παραβλέπουν το γεγονός πως πρόκειται για αντιστασιακό αντάρτικο κίνημα, από τη φύση του υβριδικό, στα πλαίσια του οποίου η στρατιωτική και η πολιτική διάσταση αναμειγνύονται και επικαλύπτουν η μία την άλλη. Πότε το Ισραήλ παραχώρησε δικαίωμα ίδρυσης επίσημων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Χαμάς, ώστε να μην αναγκάζεται η οργάνωση να κρύβεται ανάμεσα στον πληθυσμό που την αγαπά και τη στηρίζει; Πότε η Χαμάς απέκτησε τανκς, αεροπορία και βαρύ πυροβολικό ώστε να διεξαγάγει αγώνα με ίσους όρους ενάντια στον ισραηλινή πολεμική μηχανή και να εγκαταλείψει τις αντάρτικες πρακτικές που την εξαναγκάζουν να χτυπά κι έπειτα να εξαφανίζεται στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές της Γάζας; Σύμφωνα με τη λογική των επικριτών της ισλαμικής οργάνωσης και η ελληνική Εθνική Αντίσταση ήταν τρομοκρατική οργάνωση και οι Γάλλοι παρτιζάνοι ήταν δειλοί φανατικοί που «χρησιμοποιούσαν» τους αμάχους για δική τους κάλυψη. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως δεν έφταιγαν οι Ναζί για τις αγριότητες που διέπραξαν, αλλά η κάθε λογής αντίσταση με την (ανεξήγητη) εμμονή της να πολεμά τον κατακτητή. Συλλογισμός, αν μη τι άλλο αφοπλιστικός.
Είναι αλήθεια πως η Χαμάς είναι ένα ισλαμιστικό κίνημα και σίγουρα πολλοί από εμάς δεν συμφωνούμε με τον ακραίο συντηρητισμό της οργάνωσης. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι να φτάσουμε να δικαιολογούμε τη συστηματική και εν ψυχρώ εξολόθρευση του Παλαιστινιακού πληθυσμού επειδή εξέλεξαν μια παράταξη που δεν πληρεί τις ιδεολογικές προδιαγραφές που εμείς έχουμε κατά νου, η απόσταση είναι τεράστια. Δηλαδή θα επιδοκιμάσουμε τη συλλογική τιμωρία των Παλαιστινίων, επειδή δεν εκπλήρωσαν τις «μεγάλες προσδοκίες» που είχαμε από αυτούς; Η Χαμάς είναι εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με βαθιές ρίζες στον Παλαιστινιακό λαό και η περιγραφή της ως απλά μιας σκοταδιστικής, φονταμεταλιστικής οργάνωσης είναι απολύτως σχηματική και ενδεικτική των στερεοτύπων που χρησιμοποιεί η δύση για να κατανοήσει το Ισλάμ.
Για παράδειγμα, η επίσης ισλαμιστική Χεζμπολάχ, κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής του 2006 στον Λίβανο, συνεργάστηκε ενεργά με ομάδες της κοσμικής αντιπολίτευσης (ΚΚ Λιβάνου, δίκτυο αλληλεγγύης «Σαμιντούν», ακόμη και φεμινιστικές ομάδες!)[ii], προκειμένου να αποκρούσει την ισραηλινή επίθεση και να συμβάλλει στην ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου νοτίου Λιβάνου. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι οι μαχητές της οργάνωσης ήταν αυτοί που σήκωσαν το κύριο βάρος των πολεμικών επιχειρήσεων ενάντια στον ισραηλινό στρατό, μετά τη λήξη των εχθροπραξιών η Χεζμπολάχ δεν διεκδίκησε το μονοπώλιο της εξουσίας στην επικράτεια που αποτελεί το προπύργιο της πολιτικής εξουσίας της (νότιος Λίβανος), αλλά παραχώρησε ουσιαστικά εν λευκώ τον έλεγχο ολόκληρων περιοχών σε κοσμικές οργανώσεις που εργάζονταν για την ανασυγκρότηση της ρημαγμένης περιοχής. Η Χεζμπολάχ μπόρεσε να υπερβεί την προκατάληψη ενάντια στις πολιτικές δυνάμεις με κοσμικό χαρακτήρα που είναι έμφυτη στην ιδεολογία της, για να διασφαλίσει την πολιτική ενότητα της λιβανικής αντίστασης. Μπόρεσε να δει πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα, στο όνομα της εξυπηρέτησης του γενικού συμφέροντος του λιβανικού λαού. Επίσης, επιδίωξε να σφυρηλατήσει διαρκείς δεσμούς με το παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα μέσω της συμμετοχής της σε διεθνή αντι-ιμπεριαλιστικά συνέδρια και ενεπλάκη σε μια διαδικασία διαλόγου με φορείς της κοινωνίας των πολιτών στο εξωτερικό, που μόνο ευεργετική επίδραση μπορεί να έχει στη διαμόρφωση νέων ιδεολογικών παραμέτρων για την οργάνωση.
Ουδεμία τέτοια ευκαιρία δόθηκε στη Χαμάς, η οποία από τη στιγμή που κέρδισε τις εκλογές βρέθηκε αντιμέτωπη με τη διπλωματική απομόνωση της από τα υπόλοιπα κράτη, τον οικονομικό αποκλεισμό της Γάζας, την υποκίνηση πραξικοπήματος ενάντια στην κυριαρχία της και τον πολιτικό εξοβελισμό της ακόμη και από κύκλους που παραδοσιακά υποστήριζαν την Παλαιστινιακή υπόθεση (κατεστημένη «ρεφορμιστική» αριστερά, εξωκοινοβουλευτική αριστερά, αντί-εξουσιαστικός χώρος). Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Χαμάς έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει στα πλαίσια ενός πλουραλιστικού μοντέλου διακυβέρνησης, συνεργαζόμενη αρμονικά τόσο με την ριζοσπαστική πτέρυγα της Φατάχ, υπό τον δρα Μπαργούτι (αδελφού του φυλακισμένου ηγέτη της οργάνωσης Μαρουάν Μπαργούτι), όσο και με ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις με σοσιαλιστική ιδεολογία, όπως το PFLP.
Το μέλλον που είναι σε θέση να προσφέρει στους πολίτες της η κυβέρνηση της Χαμάς, δυστυχώς δεν το διαμορφώνει η ίδια η Χαμάς, αλλά οι φασίστες σιωνιστές με την εξοντωτική κατοχή που έχουν εγκαθιδρύσει στα Παλαιστινιακά εδάφη, τον οικονομικό στραγγαλισμό τους και την άρνηση τους να επιτρέψουν την ίδρυση πραγματικού Παλαιστινιακού κράτους, όχι στα πρότυπα του εξαρτημένου προτεκτοράτου που προβλέπεται από τις κατάπτυστες συμφωνίες του Όσλο. Ήταν η αποποίηση των εθνικών στόχων του Παλαιστινιακού κινήματος από μέρους της διεφθαρμένης Παλαιστινιακής Αρχής (Π.Α.) που έσπρωξε τους Παλαιστίνιους να εγκαταλείψουν μαζικά την Φατάχ και να προσχωρήσουν στη Χαμάς. Ο θρησκευτικός ριζοσπαστισμός ήταν η μικρότερη από τις παραμέτρους που συνέβαλλαν σε αυτήν την μεταστροφή της Παλαιστινιακής κοινής γνώμης. Πιο σημαντικό ρόλο έπαιξε η εντιμότητα των στελεχών της Χαμάς (σε ευθεία αντίθεση με τη ληστρική νοοτροπία και τον νεποτισμό των αξιωματούχων της Φατάχ), η προσήλωση που επέδειξαν στο όραμα της ανεξαρτησίας και της επιστροφής των Παλαιστίνιων προσφύγων, η κοινωνική προσφορά της οργάνωσης που σε πολλούς τομείς υποκαθιστούσε την ανύπαρκτη πρόνοια της Π.Α. (ίδρυση νοσοκομείων, πτωχοκομείων, σχολείων, κλπ.) και τέλος η συνέχιση της ένοπλης αντίστασης ενάντια στον κατακτητή.
Ακόμη και μια συντηρητική διακυβέρνηση της Χαμάς, προϊόν της συνειδητής επιλογής του Παλαιστινιακού λαού, είναι προτιμότερη από την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης από το Ισραήλ ή την υποδούλωση των Παλαιστίνιων στο ρατσιστικό καθεστώς απαρτχάιντ που το κράτος του Ισραήλ επιφυλάσσει για τους άραβες που κατοικούν στην επικράτεια του. Άποψη μου είναι πως όσα πολιτικά κινήματα δεν ταυτίζονται με την υπερεθνική ελίτ και τους σιωνιστές συμμάχους της, οφείλουν να δοκιμάσουν να ανοίξουν νέα κανάλια επικοινωνίας με τις οργανώσεις της Παλαιστινιακής αντίστασης και να συμπαρασταθούν όχι μόνο ηθικά, αλλά και πολιτικά στον άνισο αγώνα που διεξάγουν ενάντια στους εβραίους κατακτητές.




[i] Η παροιμιώδης φράση του Προέδρου του Ισραήλ Σίμον Πέρεζ ότι η ανισομέρεια ανάμεσα στις απώλειες παιδιών σε Ισραήλ και Γάζα οφείλεται στο ότι «εμείς (οι Ισραηλινοί) προσέχουμε τα παιδιά μας», συνιστά συγκεκαλυμμένη επίκληση της υπόρρητης διάκρισης ανάμεσα σε υπανθρώπους Παλαιστίνιους-Άραβες και ευγενείς δυτικόφρονες Ισραηλινούς, που κυριαρχεί στο συλλογικό ασυνείδητο των κοινωνιών της δύσης. Παρόμοια επικοινωνιακή στρατηγική βεβαίως ακολουθήθηκε και από το γενικό επιτελείο των ΗΠΑ ως προς τη δικαιολόγηση των απωλειών ιρακινών αμάχων κατά τις επιχειρήσεις του αμερικανικού στρατού, ένδειξη πως και οι δύο εκστρατείες σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν από το ίδιο κέντρο αποφάσεων. Πάντως την τακτική αυτή της συκοφάντησης και της επίκλησης ρατσιστικών στερεοτύπων, το Ισραήλ τη χρησιμοποιεί εδώ και δεκαετίες στον βρώμικο πόλεμο που έχει εξαπολύσει ενάντια στους Παλαιστίνιους.
[ii] Ν. Λούντος, Λίβανος: Πώς Νίκησε η Αντίσταση (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο).

Saturday, January 3, 2009

Semantics of a Massacre


It seems that what is in order for a clear understanding of the struggle between Israelis and Palestinians, is a return to “first principles”, the essential historical causes of the conflict. This is necessary because our perception of the events in Palestine has been suppressed and conditioned by layer after layer of western orientalist propaganda which has brought about in our minds an effective inversion of the roles that each party plays in the conflict.

In the public image of the conflict that has been manufactured by corporate media outlets, the Palestinians have become the aggressors, while the Israelis are depicted as a rational, peace-loving nation which has found itself on the receiving end of unjustified violence perpetrated by fanatics. This accomplishment of the supranational propaganda-machine has been achieved through the constant repetition of a set of mythical narratives which heavily imbue even the coverage of the ongoing tragic events in Gaza.

The effectiveness of this mythical representation rests on the fact that it assigns to the weaker side (that of the Palestinians) certain attributes, which although untrue, appeal even to sympathizers of the Palestinian cause. For example, as a result of the Oslo Accords, the Palestinians were allowed to develop a structure of self-governance bearing an external resemblance to the formal state structures of independent nations. The so-called “Palestinian Authority” (P.A.) boasts a president, a prime-minister, a diplomatic corps and so on. However, the harsh reality behind this farcical imitation of self-government is that Palestinian officialdom is in effect a body of state functionaries without a state, or any sovereign status whatsoever.

Their creation was a diplomatic measure designed to attach a degree of international legitimacy to the permanent military occupation of the Palestinian territories, through the introduction of an artificial peace-process with the participation of the Israeli invaders on the one hand, and the so-called representatives of the Palestinian people on the other. The establishment of the P.A. served to fulfill precisely this servile function of legitimizing the occupation, as is clearly demonstrated by the treatment of the Hamas government, which albeit democratically elected, refused to recognize the Oslo Accords. When the military wing of the Hamas kidnapped an Israeli soldier, no formal parliamentary status, or political immunity prevented the forces of occupation from capturing en masse and illegally incarcerating the majority of Palestinian MPs affiliated with the islamist movement.

In this instance, it was clearly shown that their sovereign status can be repealed at will and that the political institutions of the occupied lands are merely an extension of the military occupation maintained by Israel. According to the formal phraseology of the Oslo Accords, the P.A. is supposed to function as the harbinger and nucleus of a future Palestinian state, an exercise in collective self-management. Few understand that in reality, the P.A. is the precursor of its own self and will foreshadow nothing, as it will embody the only form of Palestinian political self-management which is compatible with indirect rule by Tel Aviv. In view of the above, it is reasonable to suggest that the Palestinians have no legitimate political representatives apart from the members of the popular organizations of armed resistance which continue to oppose the occupation by any means necessary.

The public debate concerning current developments in the Gaza strip is being framed in terms of a “war” that is raging in the region. This in itself is a misrepresentation of the situation, since the technical definition of war requires a certain balance of power between opposing forces, as well as a level of reciprocity pertaining to the hostile acts and casualties inflicted upon the parties involved in the conflict. Nothing of the sort has happened in Gaza so far. To be sure, what we are seeing is a one-sided campaign of extermination against a defenseless population, carried out in a systematic manner by a sophisticated war-machine.

The difference between the operational capabilities of the Israeli armed forces and those of Palestinian resistance militants is so huge, that scarcely can this encounter be described as “war”. This disparity is eloquently registered in the gross asymmetry between the mass havoc that has been wreaked on Gaza by Israeli bombardments which have left no aspect of civilian life unaffected, and the sporadic, low-intensity explosions caused by the launching of Palestinian rockets against Israeli border towns.

On the Palestinian side, we have the systematic devastation of a densely-populated urban area, the murder of over 400 persons so far (many women and children among them), thousands wounded, the networks of civilian infrastructure completely destroyed and the intentional deprivation of the most basic goods and necessities. On the Israeli side, we have 4 fatalities, a few minor injuries and some material damage mainly in the form of broken windows!

The same uneven ratio of casualties is expected to apply at the event that the Israeli army launches a fully-fledged invasion in the Gaza strip, regardless of the public statements of Hamas officials who claim that the majority of Israeli soldiers who enter Gaza will be “returned home in a coffin”. Those of us who support the cause of Palestinian liberation would undoubtedly be content to find out that Hamas indeed possesses the firepower to repel an Israeli ground assault. Yet to actually believe so, is to unwittingly fall into the mental trap prepared for us by the propaganda machine of international Zionism.

To be sure, we would love to believe that the Palestinians finally have the power to protect themselves from predatory Zionist attacks. We would love for history to repeat itself, only this time with Hamas in the place of Hezbollah and Gaza in that of southern Lebanon. Indeed this is a hope we must continue to nurture, but under no circumstances should we mistake our hope for concrete political reality, which could provide a standpoint for the formulation of policy towards conflict resolution. A certain misplaced sense of equality is implied in the propagandist notion of “war” between Hamas and Israel. Through their symbolic elevation to the status of official warring party by the Western media, the Palestinians feel that they have finally earned a measure of respect lacking in their hitherto oppressed existence.

Yet the recognition offered is purely semantic and serves to conceal the uneven nature of the contest. While Palestinian combatants and POWs continue to be treated as non-entities vis-à-vis international law and the death-toll continues to rise unilaterally on the Palestinian side, Israel is able to utilize the concept of “threat” contained in the notion of war in order to claim that it is engaged in a struggle against an enemy powerful enough to pose a threat against its existence. Under this light, it would be entitled to use all means at its disposal to counter such an existential threat.

Another popular myth refers to the causes of the present confrontation. According to the official version expounded by the corporate media, Hamas is liable for not accepting a renewal of the ceasefire and initiating a new cycle of violence by launching rockets against Israeli border towns. Dominant media narratives refer to the ceasefire as if it marked a period of peaceful coexistence in which all acts of hostility among the two adversaries were suspended, thereby creating the necessary space for political solutions to the conflict to be contemplated.

The truth of the matter is that while Hamas fulfilled the terms of the agreement and actively suspended all military operations against Israel, during the same period Israel did not terminate its policies which constitute integral tactical aspects of the total war of annihilation it is waging against the Palestinian people. At no point did it cease its aggressive colonization against Palestinian lands and it maintained in full force the economic blockade of Gaza, decimating the local economy and transforming the besieged inhabitants into living corpses existing merely on subsistence level. Economic suffocation is an act of war in-itself and violent colonization is the root cause of the conflict. It is the method by which the state of Israel was established ex nihilo and precipitates the gradual extinction of the Palestinian people and their historical disappearance as a nation. For Israel, the ceasefire simply meant that it could prosecute its genocidal war against the Palestinians via other means. For Hamas, the only form of political activity accessible to them, is armed resistance. The choice presented to Hamas is either to die swiftly by the bomb, or slowly by deprivation, disease and starvation. In effect, Israel demands that the Palestinians stand idly by, while it is completing their slow demise.

The government of Israel claims that it has an obligation to protect its citizens in the south who continue to live in fear of constant Palestinian shelling. They say that all that Israel desires is to be allowed to “live in peace”. Yet this is asking too much for a nation which has imposed its brutal military rule and regime of enslavement upon a whole people. As the famed Jewish novelist Etgar Keret put it recently, one cannot expect to conduct genocide and then expect to quietly carry on with his daily affairs. Armed resistance is absolutely justified on the part of the Palestinians who are striving to expel the conqueror and end the military occupation of their homeland.

On the other hand, Israel can lay no rightful claim to peace, for it is a nation which has devoted the totality of its energies and considers it a historical duty to subjugate the Palestinians, expel them from their land and literally extinguish them from the map. Israel never ceases to evoke its inalienable “right to exist”. But, it is clear now that the realization of that right cannot be accomplished without depriving the Palestinians of their right to self-determination, life and dignity.

Sunday, December 21, 2008

Είμαστε όλοι κουκουλοφόροι


Θα ήθελα να γράψω μερικές γραμμές προς αποκατάσταση της αλήθειας σχετικά με τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου των λεγόμενων «κουκουλοφόρων», αποδομώντας τις επικρατούσες αντιλήψεις αναφορικά με τη δράση τους.


Κουκούλες και «κουκουλοφόροι»

Όποιος έχει πάει τελευταία σε διαδηλώσεις και πορείες θα ξέρει πως κάποια στιγμή όλοι υποχρεωνόμαστε να γίνουμε κουκουλοφόροι, μαντηλοφόροι κλπ. μόνο και μόνο για να προστατευτούμε από τα δηλητηριώδη χημικά που εκτοξεύει συνεχώς η «ηρωική» αστυνομία μας και για να διαφυλάξουμε τα προσωπικά δεδομένα μας από τις κάμερες «ρύθμισης κυκλοφορίας», που κατά τα άλλα χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των διαδηλωτών, ειρηνικών και μη. Την κουκούλα μας την έχουν επιβάλλει οι κυβερνήσεις με την ανελέητη καταστολή τους και για όσους την φορούν αποτελεί στοιχειώδες μέσο αυτοπροστασίας. Οπότε, όταν τα ΜΜΕ χρησιμοποιούν τον όρο απαξιωτικά, τότε δυσφημούν και απαξιώνουν ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που βγαίνει στους δρόμους, μάχεται, διαμαρτύρεται.


Ο έμπορος και ο βάνδαλος

Σε ότι αφορά την καταστροφή των περιουσιών των «ευυπόληπτων» καταστηματαρχών μεροκαματιάρηδων, έχω να παρατηρήσω πως δεν θα πρέπει να είμαστε τόσο εύπιστοι απέναντι στην κυβερνητική προπαγάνδα που μεταδίδει μια εικόνα λεηλασίας και γενικευμένης καταστροφής. Τα ΜΜΕ άλλωστε ήταν που επιδόθηκαν σε ένα όργιο ψεύδους μιλώντας για καμένα σπίτια στο κέντρο, εγκλωβισμένους που απανθρακώθηκαν, «αγανακτισμένους πολίτες» και τα συναφή. Η πραγματικότητα είναι πως οι επιθέσεις ήταν στην πλειοψηφία τους στοχευμένες κι εκδηλώθηκαν ενάντια σε μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων, πολυεθνικές, τράπεζες, πολυκαταστήματα και κυβερνητικά κτήρια.
Μόνο στην Στουρνάρη η καταστροφή ήταν πράγματι καθολική, όμως αυτό ήταν απόρροια της μάχης σώμα με σώμα με τα ΜΑΤ που συνέβη έπειτα από τη δολοφονία του μικρού. Η εξέγερση δεν στράφηκε συνειδητά κατά των καταστηματαρχών. Όμως, όταν έχεις πόλεμο μερικά παράθυρα θα σπάσουν και κάμποσες πλάκες θα ξηλωθούν από τα πεζοδρόμια. Επαναλαμβάνω, ο στόχος ήταν τα ΜΑΤ. Μήπως, έπρεπε να κάτσουμε με σταυρωμένα τα χέρια απέναντι σε αυτούς που μας δολοφονούν για να κατοχυρώσουμε την ακεραιότητα των πεζοδρομίων; Ή να διαδηλώσουμε ειρηνικά και με χαμόγελο προκειμένου μετά να επιστρέψουμε ικανοποιημένοι στο σπίτι για να παρακολουθήσουμε την αγαπημένη μας τηλεοπτική σειρά; Ή μήπως να μην κάνουμε απολύτως τίποτα εναποθέτοντας τις ελπίδες μας ότι παρόμοιο περιστατικό δεν θα επαναληφθεί, στην κυβέρνηση των δολοφόνων και στα καθεστωτικά δικαστήρια που χθές αθώωσαν τους μπάτσους που κακοποίησαν τον Κύπριο φοιτητή;
Αν ασπαστούμε αυτή την άποψη, τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα οποιαδήποτε κυβερνητική αυθαιρεσία, εξαπάτηση, κλεψιά και καταπίεση, μέχρις ότου οι πολίτες αποκτήσουν πρόσβαση σε έξυπνες βόμβες ή βλήματα ακριβείας εδάφους-αέρος που θα εκτοξεύονται ενάντια στα πάνοπλα, επιτιθέμενα ΜΑΤ αφήνοντας όμως ανέγγιχτες τις πολύτιμες τζαμαρίες μας.
Όσο για τις καταστροφές σε Ερμού και Κολωνάκι, συγχωρείστε με αλλά εγώ δεν ξέρω κανέναν μεροκαματιάρη που να έχει την οικονομική δυνατότητα να εκμισθώσει μαγαζί στον ακριβότερο εμπορικό δρόμο της Αθήνας. Άλλωστε, τα ίδια τα δελτία ειδήσεων που τώρα κόπτονται για τις θρυμματισμένες (αλλά ασφαλισμένες) τζαμαρίες, πριν λίγες μέρες κατηγορούσαν τους εμπόρους για υπερβολικές ανατιμήσεις κι αισχροκέρδεια. Η εξέγερση δεν στρέφεται κατά της περιουσίας κανενός. Στρέφεται όμως εξορισμού ενάντια στον καταναλωτισμό σαν τρόπο ζωής και ενάντια στην αισχροκέρδεια.


Ο αντικειμενικός εχθρός

Σε μια δημοκρατία ο θεωρητικός ρόλος της αστυνομίας είναι διπλός. Περιλαμβάνει από την μία, την καταπολέμηση του εγκλήματος και από την άλλη, την καταστολή «κοινωνικών ταραχών» και την περιφρούρηση της «κοινωνικής ειρήνης». Όλο και περισσότερο η αστυνομία αποποιείται το πρώτο και βασικότερο από τα καθήκοντα της. Δεν προστατεύει, ούτε υπηρετεί τον αδύναμο πολίτη, αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως οπλισμένος φρουρός ενός σάπιου πλουτοκρατικού συστήματος. Όλο και περισσότερο στρέφεται ευθέως ενάντια στην κοινωνία, ξυλοκοπά στις διαδηλώσεις, προπηλακίζει και τρομοκρατεί εργαζόμενους πολίτες που αναγκάζονται να βγουν στον δρόμο για να διεκδικήσουν τα δίκαια αιτήματα τους απέναντι σε μια ανάλγητη και ληστρική ελίτ. Δεν αναφερόμαστε στους ΜΑΤαδες ως άτομα, αλλά στα ειδικά σώματα ασφαλείας ως κρατικά όργανα, επιφορτισμένα με θεσμική κατασταλτική λειτουργία. Αν τα ΜΑΤ είναι πράγματι «σαρξ εκ της σαρκός» του λαού, τότε καλά θα κάνουν να πετάξουν τις ασπίδες και τα κλομπς τους και να ενωθούν με τους εξεγερμένους. Διαφορετικά, η κοινωνική συγκυρία θα μας φέρει τον έναν απέναντι στον άλλο. Και αυτή τη φορά θα είμαστε εμείς που θα επιτεθούμε πρώτοι.


Ο αντάρτης πόλεων που έγινε πολίτης

Η επικοινωνιακή γραμμή των καθεστωτικών ΜΜΕ ως προς την αντιμετώπιση και αποτελεσματική υπονόμευση της εξέγερσης έχει τρεις βασικούς άξονες: α) την προπαγανδιστική έμφαση αποκλειστικά στις βίαιες πράξεις που τελούνται κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων από τους κουκουλοφόρους, β) την ταύτιση των κουκουλοφόρων με συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, αυτόν της Αναρχίας και γ) την πλήρη απόκρυψη της αμιγώς πολιτικής δράσης που αναπτύσσουν οι αναρχικοί στο εσωτερικό του κινήματος. Πράγματι, τα ΜΜΕ ουδέποτε αναφέρθηκαν στους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας που έχει δημιουργήσει το κίνημα για να δώσει τη δυνατότητα στους απλούς ανθρώπους να αποφασίσουν ελεύθερα και με δημοκρατικές διαδικασίες προς τα που θα βαδίσουν από εδώ και μπρος. Ουδέποτε μίλησαν για τον διευρυμένο ρόλο των καταλήψεων των πανεπιστημιακών σχολών που για πρώτη φορά αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που δεν έχουν άμεση σχέση με ζητήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, ή για τις ελεύθερες συνελεύσεις των κατειλημμένων δημαρχείων που συνιστούν χώρο εκκόλαψης και σταδιακής συγκρότησης μιας καινούριας συλλογικής, ορθολογικής αντι-εξουσίας. Κάτι τέτοιο δεν είναι συμβατό με την έννοια του «οργισμένου ξεσπάσματος» γύρω από την οποία κατασκευάζουν την μυθολογική εικόνα που αποδίδουν στο κίνημα. Δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα της ύπαρξης τακτικών συλλογικών οργάνων μέσα στην εξέγερση, γιατί αυτό θα ισοδυναμούσε με παραδοχή πως μορφές αυτοοργάνωσης μπορούν να υπάρξουν έξω από κάθε κομματική κηδεμονία και ιεραρχία, σύμφωνα με τα αναρχικά πρότυπα.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, η κουκούλα στους δρόμους και τις κινητοποιήσεις είναι αναγκαίο κακό. Αυτή όμως η ανάγκη για μυστικοπάθεια εκλείπει κι εξανεμίζεται στις συνελεύσεις. Εκεί που ανθίζει η δημοκρατία του ισότιμου διαλόγου, των ελεύθερων πολιτών, η άμεση δημοκρατία της εξέγερσης.


Wednesday, December 10, 2008

Δεκεμβριανά 2008


Η Ελλάδα φλέγεται για πέμπτη συνεχόμενη ημέρα. Φοβισμένα από το μέγεθος και την αγριότητα της λαϊκής αντίδρασης, τα καθεστωτικά ΜΜΕ προσπαθούν να ξορκίσουν το «κακό» διατυμπανίζοντας διαρκώς τον μύθο ότι η γενικευμένη αναταραχή είναι έργο μιας μειοψηφίας κουκουλοφόρων, σκληροπυρηνικών αναρχικών και κακοποιών στοιχείων. Ο μαγικός αριθμός που επαναλαμβάνεται, με ύφος σχεδόν τελετουργικό, είναι «300». Τόσοι υποτίθεται πως είναι ο σκληρός πυρήνας των αντιεξουσιαστών με ροπή προς την βία. Γίνεται όμως ένας γενικός ξεσηκωμός να ερμηνεύεται ως έργο τριακοσίων ατόμων; Θα έπρεπε να είναι τριακόσια άτομα που ως άλλοι 300 του Λεωνίδα, πολεμούν γενναία και ακούραστα από το Σάββατο το βράδυ έναν υπέρτερο και βάρβαρο εχθρό.
Όμως αντίθετα από τους αρχαίους Σπαρτιάτες, οι «300» δεν υπερασπίζονται κάποιες Θερμοπύλες, αλλά εμφανίζονται πότε στα Προπύλαια, πότε στο Σύνταγμα, πότε στο Εξάρχεια και πότε στη Νέα Σμύρνη, πότε στην Αθήνα και πότε σε Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα. Οι ίδιοι «300» ως δια μαγείας φαίνονται να βρίσκονται την ίδια στιγμή παντού. Ναι, οι αναρχικοί είναι παντού αλλά όχι με την έννοια που το εννοούν τα καθεστωτικά ΜΜΕ. Για πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση, η απηυδισμένη κοινωνία εμφανίζεται δεκτική στις αντιεξουσιαστικές αντιλήψεις, εξεγείρεται και διαμαρτύρεται. Για πρώτη φορά, αναρχικές ιδέες και διαθέσεις διαποτίζουν την κοινωνία και το Κράτος παρακολουθεί τρομοκρατημένο.
Κάποιος τηλε-κάφρος, πληρωμένος προπαγανδιστής του συστήματος, σχολίασε πως η αστυνομία «δεν επεμβαίνει» επειδή υποφέρει από «τύψεις συνειδήσεως» για τον θάνατο του μικρού Αλέξη Γρηγορόπουλου. Πώς γίνεται ένας κρατικός οργανισμός να υποφέρει από τύψεις; Όχι, οι αποκτηνωμένοι μπάτσοι δεν υποφέρουν από τύψεις, όπως δείχνει η καθημερινή συμπεριφορά τους απέναντι σε άοπλους διαδηλωτές, παιδιά, γονείς και απλούς ανθρώπους. Η αλήθεια είναι πως οι πολιτικοί προϊστάμενοι των μπάτσων, αυτό που λέμε «κυβέρνηση», τρέμουν ότι ένας ακόμη θάνατος θα προκαλέσει διάχυση των ριζοσπαστικών τάσεων σε όλη την κοινωνία και θα πυροδοτήσει μια επαναστατική έκρηξη που θα σαρώσει και θα κατακάψει ολόκληρο το σάπιο σύστημα τους που επιβιώνει χάρη στην ανοχή του κόσμου.
Μία, μία οι ομάδες του πληθυσμού αποσπώνται από την υποταγμένη, φοβισμένη μάζα που αποκαλούμε «σιωπηλή πλειοψηφία» και στρέφονται αυθόρμητα ενάντια στο Κράτος, επειδή πλέον δεν έχουν άλλη επιλογή. Η κτηνωδία του Κράτους τους αναγκάζει να πάρουν θέση και να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Η αρχή έγινε με τους εξαγριωμένους κατοίκους των Εξαρχείων που την Κυριακή (7/12) το βράδυ συμμάχησαν με τους μαχόμενους αναρχικούς και επιτέθηκαν στους μπάτσους με ότι έβρισκαν μπροστά τους επειδή δεν άντεχαν άλλο την αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει στη γειτονιά τους η χρήση χημικών όπλων από τους ΜΑΤαδες.
Ύστερα ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές και οι μαθητές διαμαρτυρόμενοι που ένας συνομήλικος τους έπεσε νεκρός στα 15 του από τη σφαίρα ενός πωρωμένου μπάτσου που είχε μάθει ότι στα Εξάρχεια πρώτα πυροβολείς και μετά ρωτάς. Οι μαθητές, όπως τόσες άλλες ομάδες, επαγγελματικές και μη, της ελληνικής κοινωνίας, δοκίμασαν και αυτοί τις τελευταίες ημέρες το κάψιμο που φέρνει στα μάτια το φονικό αέριο που απελευθερώνεται από τα δακρυγόνα, τους μώλωπες από τα χτυπήματα των αστυνομικών κλομπ. Αντιμετωπίστηκαν σαν εσωτερικός εχθρός και ξυλοκοπήθηκαν. Στον Πειραιά πολλοί ανήλικοι μαθητές συνελήφθησαν. Έτσι, το βράδυ της Δευτέρας (8/12) μια μάζα από απελπισμένους γονείς περικύκλωσε και πολιόρκησε την Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιά απαιτώντας να ελευθερωθούν τα παιδιά τους που κινδυνεύουν να πολτοποιηθούν στην ανάλγητη Κρατική κρεατομηχανή.
Οι χιλιάδες άνθρωποι που βγαίνουν καθημερινά και διαδηλώνουν δεν είναι περιθώριο. Είναι κοινωνικό και πολιτικό κίνημα.
Στο χθεσινό του διάγγελμα ο «πρωθυπουργός» ζήτησε από την κοινωνία να αποδοκιμάσει τα ακραία στοιχεία που διαπράττουν βίαιες ενέργειες και «καταστρέφουν περιουσίες». Προφανώς φοβάται ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού όχι μόνο δεν αποδοκιμάζει αλλά συμμερίζεται τους στόχους των εξεγερμένων. Προσπαθώντας να προσεταιριστούν την κοινή γνώμη, τα κανάλια έχουν αναγάγει τον «Καταστηματάρχη» και τον «Μικροεπιχειρηματία» σε εμβληματικές φυσιογνωμίες της αντεπανάστασης. Θα πρέπει να αναρωτηθούν ποιός μικροεπιχειρηματίας έχει τη δυνατότητα να εκμισθώνει ακίνητο στον ακριβότερο εμπορικό δρόμο της Αθήνας (Ερμού) και να διατηρεί πολυτελή καταστήματα που κατά κανόνα υπερτιμούν και μας υπερχρεώνουν για τα προϊόντα τους.
Πριν από μερικές ημέρες, το Υπουργείο Οικονομικών εγκαινίασε τηλεοπτική διαφημιστική εκστρατεία (χρηματοδοτούμενη από τα χρήματα των φορολογουμένων) που προέτρεπε τους πολίτες να έχουν «φορολογική συνείδηση». Εν μέσω οικονομικών σκανδάλων, κατεστημένης διαφθοράς, συγχώνευσης των θεσμών με το εθνικό και πολυεθνικό κεφάλαιο, απαξίωσης και σκόπιμης υπονόμευσης των δημόσιων υπηρεσιών προς όφελος του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα, συρρίκνωσης των ατομικών δικαιωμάτων σε όλα τα επίπεδα και γενικευμένης φτώχιας κι εξαθλίωσης, το Κράτος είχε το θράσος να ζητήσει από τους πολίτες να επιδείξουν «αίσθηση του καθήκοντος» στη σύνταξη της φορολογικής δήλωσης τους. Οι απλοί άνθρωποι αντέδρασαν με θυμηδία και αρκετοί οργίσθηκαν, διότι το Κράτος αυτό έχει πάψει να τους αντιπροσωπεύει. Ξέρουν ότι οι εισφορές τους ποτέ δεν θα επιστραφούν υπό την μορφή της παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας. Γνωρίζουν καλά πως χρόνια τώρα, το Κράτος εισπράττει τακτικά τους φόρους των πολιτών αυξάνοντας διαρκώς την έμμεση φορολογία, αλλά ισχυρίζεται πως τα ταμεία του είναι άδεια. Προφασιζόμενο έλλειψη κονδυλίων, επέτρεψε την κατάρρευση των συνταξιοδοτικών ταμείων καθώς και αυτών της κοινωνικής πρόνοιας, αλλά μέσα σε μια νύχτα ενέκρινε πακέτο βοηθείας 28 δισεκατομμυρίων ευρώ για τους «δοκιμαζόμενους» αετονύχηδες των τραπεζών.
Η θυμηδία των πολιτών απέναντι στην Κρατική κοροϊδία, είναι η άλλη όψη της καταστροφικής μανίας ενάντια στα σύμβολα της Κρατικής εξουσίας που ξέσπασε τις τελευταίες ημέρες.
Οι δημοκράτες της τηλεόρασης ισχυρίζονται πως το Κράτος έχει χρέος να διαφυλάξει την κοινωνική ειρήνη. Όμως, ακόμη και με τα κριτήρια των ψευτοδημοκρατών που αποδέχονται την ύπαρξη του Κράτους, ο ισχυρισμός τους δεν ευσταθεί. Μας λεν πως αποστολή του Κράτους είναι να υπηρετεί τους πολίτες και να φροντίζει για την συνολική ευημερία της κοινωνίας. Όμως, όταν το «δημοκρατικό» Κράτος δεν εκπληρώνει το ένα σκέλος των καθηκόντων του (αυτό της ευημερίας), όταν κλέβει, σπαταλά, καταχράται, όταν καταστρέφει την υγεία, την εκπαίδευση, το περιβάλλον, τότε η περιφρούρηση της κοινωνικής ειρήνης συνιστά ευφημισμό για ένα και μόνο πράγμα: την Τυραννία. Καμία διαφορά δεν υπάρχει σε αυτή την περίπτωση ανάμεσα στη δημοκρατία και τη δικτατορία.
Τόσο τεράστιο είναι το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στο Κράτος και τους πολίτες του, τόση είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στη ληστρική ολιγαρχία και τα όργανα της, που η οικογένεια του Αλέξη αισθάνθηκε υποχρεωμένη να προσλάβει τεχνικό σύμβουλο για να παραστεί στην ιατροδικαστική εξέταση και στη βαλλιστική έρευνα που θα καθορίσουν τις αιτίες του θανάτου του παιδιού. Φαίνεται πως η οικογένεια Γρηγορόπουλου δεν πίστεψε τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του «πρωθυπουργού» και των παρατρεχάμενων του περί απόδοσης δικαιοσύνης και φοβάται συγκάλυψη του περιστατικού από τους δολοφόνους του Κράτους.
Τελικά, πόσα περιστατικά «μεμονωμένης αστυνομικής βίας» θα πρέπει να συμβούν για να καταλάβουμε πως αφού επαναλαμβάνονται, δεν μπορεί να συνιστούν εξαίρεση;
Η κτηνώδης αστυνομική βία και ο ωμός καταναγκασμός είναι η μέθοδος την οποία η ελίτ έχει επιλέξει για να επιβάλλει τη θέληση της στην κοινωνία. Το αστυνομικό Κράτος είναι μονόδρομος στον βαθμό που οι πολίτες ολοένα και πιο πολύ, δυσπιστούν και εξεγείρονται ενάντια στους αποτυχημένους, διάτρητους θεσμούς του «υπαρκτού καπιταλισμού».
Ο Αλέξης είναι νεκρός επειδή το Κράτος φοβάται τους πολίτες του. Κι έχει κάθε λόγο να τους φοβάται.