Friday, October 24, 2008

Οι Αναρχικοί Όπως Εμφανίζονται στην Μυθολογία των ΜΜΕ




Δεν έχει υπάρξει άλλη πολιτική ομάδα στην νεώτερη Ελλάδα που να έχει λοιδορηθεί και να έχει συκοφαντηθεί περισσότερο από αυτή των αναρχικών. Υποψιάζομαι πως με αφορμή τα συγκρουσιακά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην πορεία της 21ης Οκτ., η γνωστή κουστωδία από ειρηνόφιλους ρεφορμιστές, υποτιθέμενους «αγανακτισμένους» πολίτες και θιασώτες του «νόμου και της τάξης», θα λάβει ξανά θέση στο μετερίζι των ελεγχόμενων ΜΜΕ για να αποκηρύξει τους απολίτιστους βαρβάρους που προκάλεσαν επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας. Θα αποκαλέσουν τους αναρχικούς κοινούς εγκληματίες, χούλιγκαν και κουκουλοφόρους των οποίων η δράση στερείται πολιτικού νοήματος. Με μπόλικο λαϊκισμό, θα καταδικάσουν την καταστροφή από μέρους τους «δημόσιας περιουσίας» την οποία «θα κληθεί να πληρώσει ο έλλην φορολογούμενος» (λες και φταίνε οι αναρχικοί που οι φόροι ανεβαίνουν) και θα απαιτήσουν τη λήψη μέτρων από ένα κράτος που αδυνατεί να «προστατεύσει» τους φιλήσυχους πολίτες του από τον εσωτερικό εχθρό.
Το παράδοξο είναι πως όλοι στην Ελλάδα έχουν κατά καιρούς μιλήσει για το αντιεξουσιαστικό κίνημα, εκτός από τα ίδια τα μέλη του. Πράγματι, ο τρόπος που περιγράφονται στα ελληνικά ΜΜΕ οι αναρχικοί θυμίζει τον σκοτεινό τρόπο με τον οποίο απεικονίζονταν οι Ινδιάνοι στα παλαιά «πατριωτικά» αμερικανικά ουέστερν με τον Τζον Ουέιν: βουβές, απρόσωπες μάζες αγρίων που ποτέ δεν μιλούσαν, ποτέ δεν τους δινόταν ο λόγος για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Ήταν ικανοί μόνο να ενσαρκώνουν μια ζωώδη απειλή που έπρεπε να παταχθεί.
Τα επιχειρήματα που επιστρατεύουν οι επικριτές των αναρχικών για να απαξιώσουν τη δράση τους είναι γνωστά. Μιλούν για πωρωμένα εγκληματικά στοιχεία που, στο μέτρο που είναι ικανά για πολιτική δράση, αυτή εξαντλείται στην πρόκληση βίαιων ταραχών, πίσω από την ασφαλή κάλυψη που τους παρέχει η ανωνυμία τους («γνωστοί άγνωστοι» γαρ).
Οι κατηγορίες που υπονοούνται από τα παραπάνω είναι, α) πως οι αντιεξουσιαστές είναι δειλοί, β) πως εκμεταλλεύονται με παρασιτικό τρόπο την «υπεύθυνη» πολιτική δράση άλλων οργανώσεων για να εκτρέψουν τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας προς βίαιες συγκρουσιακές μορφές και γ) πως είναι άτομα χωρίς πολιτική ωριμότητα που δεν εμπνέονται από καμιά πολιτική φιλοσοφία, αλλά απλώς ψάχνουν τρόπο για να εκδηλώσουν την μπερδεμένη νεανική οργή τους (οι περίφημοι «νεαροί» των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων).
Ας δούμε συνοπτικά τα βασικά επιχειρήματα πάνω στα οποία βασίζεται η αντι-αναρχική μυθολογία των ΜΜΕ και ας τα αποδομήσουμε ένα προς ένα:

1) Οι αντιεξουσιαστές είναι ξένα σώματα που «παρεισφρύουν» σε άλλα μπλοκ διαδηλωτών. Αυτό συμβαίνει διότι οι αναρχικοί δεν μπορούν να διαδηλώσουν ελεύθερα. Λόγω ιδεολογίας και διακηρυγμένων πολιτικών στόχων, το αντιεξουσιαστικό κίνημα έχει καταχωρηθεί ως «εσωτερικός εχθρός» από την ολιγαρχία και γίνεται συχνά αποδέκτης βίαιης προληπτικής καταστολής από την αστυνομία. Αν όλοι οι αναρχικοί συγκεντρώνονταν σε ένα ενιαίο μπλοκ για να διαδηλώσουν συντεταγμένα, τότε οι ΜΑΤαδες δεν θα είχαν παρά να δημιουργήσουν έναν κλοιό γύρω από το μπλοκ για να το απομονώσουν και να συλλάβουν τα πιο μαχητικά στοιχεία (όπως έγινε με την επίθεση κατά του μπλοκ της αντιεξουσιαστικής κίνησης στο συλλαλητήριο της 21ης Οκτ). Η διασπορά των αναρχικών στις διαδηλώσεις είναι λοιπόν θέμα τακτικής και απορρέει από το κλίμα τρομοκρατίας που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις και όχι από τον «τυχοδιωκτισμό» των αναρχικών.
2) Οι αναρχικοί κρύβονται πίσω από τις κουκούλες τους. Αυτό συμβαίνει γιατί το αντιεξουσιαστικό κίνημα παρενοχλείται διαρκώς και βρίσκεται υπό καθεστώς μόνιμης παρακολούθησης από τον κρατικό κατασταλτικό μηχανισμό. Οι αναρχικοί απλώς προσπαθούν να προστατεύσουν τα προσωπικά δεδομένα τους από τις κάμερες και τους ασφαλίτες που τραβούν συνεχώς φωτογραφίες όσων συμμετέχουν στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.
3) Οι αναρχικοί ευθύνονται πάντα για τα επεισόδια. Ξέχωρα από το ότι η πολιτική βία είναι ηθικά δικαιολογημένη, η πραγματικότητα είναι ότι οι αντιεξουσιαστές τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε νόμιμη άμυνα. Η άποψη που καλλιεργείται επιμελώς από τα ΜΜΕ είναι πως οι αναρχικοί έχουν προδιάθεση προς την βία. Τα όργανα καταστολής εκμεταλλεύονται αυτήν την προπαγάνδα για να επιτεθούν απροκάλυπτα στους αναρχικούς, να τους τρομοκρατήσουν και να προβούν σε συλλήψεις, οι οποίες δικαιολογούνται με τη λογική της πρόληψης και αποτροπής επεισοδίων. Ένας μύθος που μετά αναπαράγεται πρόθυμα από τα ΜΜΕ και παρουσιάζεται ως επιβεβλημένη δράση κατά των «ινδιάνων» της πολιτικής.
4) Οι αναρχικοί δεν είναι τίποτα περισσότερο από οργισμένα παιδιά. Όμως πέρασαν οι εποχές που οι αναρχικοί κατέστρεφαν και έκαιγαν αδιακρίτως το κέντρο της Αθήνας. Πλέον η δράση τους απομακρύνεται από χουλιγκανίστικα στερεότυπα και προσιδιάζει τα χαρακτηριστικά της Άμεσης Δράσης. Οι παρεμβάσεις και οι ενέργειες τους είναι καλά μελετημένες, έχουν συμβολική αξία και γι’ αυτό πολλές φορές επιδοκιμάζονται από τον απλό κόσμο που παρακολουθεί. Η πρωτοβουλία των αναρχικών να σπάσουν και να πετάξουν μολότοφ σε υποκ/μα τράπεζας στο Πεδίο του Άρεως κατά την πορεία της 21ης Οκτ. (αφού πρώτα εκκένωσαν την τράπεζα από τους υπαλλήλους), χειροκροτήθηκε από τους παρευρισκόμενους που μάλιστα τους παρακινούσαν να απαλλοτριώσουν και τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο και να τα μοιράσουν στον κόσμο! Την ίδια αποδοχή έχει από ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας η απαλλοτρίωση προϊόντων από τα σουπερμάρκετ και η ελεύθερη διανομή τους στις λαϊκές αγορές.
Η απαλλοτρίωση αγαθών είναι μια πράξη εκτός νόμου, μια μορφή αντίστασης που συνεπάγεται την προσωρινή κατάλυση της έννομης τάξης. Θα πρέπει άραγε να σεβαστούμε το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία και να το τοποθετήσουμε στην πανανθρώπινη κλίμακα αξιών, πάνω από το δικαίωμα του συνταξιούχου (που δεν έχει να πληρώσει το σουπερμάρκετ) στην επιβίωση; Όταν η νομιμότητα προστατεύει την αδικία και ακυρώνει το δικαίωμα στην επιβίωση, δεν είναι ύψιστο καθήκον μας ως ανθρώπινων όντων να την καταργήσουμε; Η νομιμότητα είναι κατασκεύασμα εφήμερο, όπως οι θεσμοί. Όταν ένας θεσμός είναι καταπιεστικός από τη φύση του και δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, τότε πρέπει να τον καταλύσουμε, δια της βίας αν χρειαστεί. Αυτοί που υπερασπίζονται ένα άδικο και τυραννικό κράτος είναι οι πραγματικοί εχθροί του λαού, όχι οι αντιεξουσιαστές.

Sunday, October 5, 2008

Η «Ιδεολογία της Ηρεμίας» και Το Δικαίωμα στην Απεργία


Στην εποχή μας η απεργία θεωρείται μια ξεπερασμένη μορφή βιομηχανικής πάλης. Στο όνομα ενός αφηρημένου ιδεολογικού κατασκευάσματος που αυθαίρετα αποκαλούν "δημόσιο συμφέρον", οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης επιτίθενται στους απεργούς. Τους δυσφημούν και τους διαπομπεύουν όταν μια απεργία γίνεται αισθητή στην κοινωνία, ή απομονώνουν και αποσιωπούν τον αγώνα τους εμποδίζοντας τη διάχυση των ιδεών τους στο κοινωνικό πεδίο. Σε συνθήκες κοινωνικής σύγκρουσης, τα μέλη της πολιτικής ελίτ ενστικτωδώς στρέφονται προς έναν μονοδιάστατο ορισμό του κοινωνικού συμφέροντος που ανάγει την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης σε ύψιστο λειτούργημα της διακυβέρνησης και περιορίζεται αποκλειστικά στην διασφάλιση της «ηρεμίας» των πολιτών. Έτσι παραβλέπουν συνειδητά την υποχρέωση τους να μεριμνούν για την ευημερία του συνόλου και να επαγρυπνούν για την διάσωση των υλικών προϋποθέσεων αυτής της ευημερίας.
Με βάση τον παραπάνω ορισμό, οι απεργοί αντιμετωπίζονται ως αποστάτες, αυτοεξόριστοι από μια υπερταξική αρμονική κοινότητα που θυμίζει έντονα φασιστική κοινωνική ουτοπία και παύουν να αποτελούν και οι ίδιοι τμήμα της κοινωνίας με συγκεκριμένες ανάγκες, αιτήματα και διεκδικήσεις. Η απεργία των νοσοκομειακών υπαλλήλων στη Βρετανική Κολούμπια του Καναδά το 2004 είχε ως άμεση συνέπεια την παρακώλυση της ομαλής λειτουργίας των νοσοκομείων της περιοχής για όσο κράτησαν οι κινητοποιήσεις. Φαινομενικά, ήταν επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο. Ο στρατηγικός στόχος όμως των κινητοποιήσεων ήταν η αποτροπή του κυβερνητικού προγράμματος ιδιωτικοποίησης του πολιτειακού συστήματος υγείας, η διασφάλιση της δωρεάν ιατρικής περίθαλψης για το σύνολο των πολιτών και η ποιοτική αναβάθμιση των νοσοκομειακών υπηρεσιών μέσω της άρνησης των νοσοκόμων να παρακολουθούν παραπάνω από έξι ασθενείς η κάθε μία.[i] Βραχυπρόθεσμα, η παύση των εργασιών στα νοσοκομεία είχε σαν αποτέλεσμα την διακοπή της παροχής μιας βασικής κοινωνικής υπηρεσίας προς το σύνολο. Μακροπρόθεσμα, απέβλεπε στην διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα αυτών των υπηρεσιών και στην λειτουργική βελτίωση τους. Συνεπώς, η διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης αποτέλεσε προϋπόθεση για την υπεράσπιση του συμφέροντος του συνόλου.
Αυτοί που χάνουν πρώτοι σε μια απεργιακή κινητοποίηση είναι οι ίδιοι οι απεργοί. Συνεπώς, η δυνατότητα ισοσκέλισης των οικονομικών απωλειών που υφίστανται οι απεργοί με ανάλογη διόγκωση του κοινωνικού κόστους που απορρέει από τη διακοπή της εργασίας, συνιστά την αναγκαία συνθήκη για την επιτυχή έκβαση των απεργιακών κινητοποιήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεγάλη απεργία των ανθρακωρύχων στη Βρετανία, το 1984-5. Παρά το γεγονός ότι η απεργία συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια ολόκληρου του χειμώνα του 1984, οι συνέπειες της δεν έγιναν αισθητές από το σύνολο του κοινωνικού σώματος, αφού το επίκεντρο των κινητοποιήσεων εστιάστηκε στα ορυχεία εξόρυξης λιγνίτη. Όμως, το κάρβουνο είχε πάψει να αποτελεί την πρώτη ύλη για τις περισσότερες από τις υποδομές των βρετανικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας όπως η θέρμανση, το σιδηροδρομικό δίκτυο, κλπ. Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο χρησιμοποιήθηκαν ως εναλλακτικές πηγές ενέργειας για την τροφοδοσία των παραπάνω εγκαταστάσεων. Έτσι, η παρατεταμένη απεργία στα ορυχεία λιγνίτη δεν είχε επιπτώσεις στη δυνατότητα των βρετανικών νοικοκυριών να έχουν θέρμανση για τον χειμώνα, ή στην ομαλή κίνηση των τραίνων.
Μόνο το εθνικό δίκτυο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούσε να εξαρτάται από το κάρβουνο για τη λειτουργία των υποσταθμών του. Η κυβέρνηση της Θάτσερ ξεπέρασε αυτή τη δυσκολία αξιοποιώντας τα στρατηγικά αποθέματα λιγνίτη που είχε συγκεντρώσει προκειμένου να μην επηρεαστεί η λειτουργία των υποσταθμών από το επερχόμενο κύμα βιομηχανικών ταραχών. Έτσι, η μοίρα των ανθρακωρύχων αποσυνδέθηκε από αυτή του κοινωνικού συνόλου. Οι απεργοί βρέθηκαν να δίνουν μια άνιση μάχη και παρά την έμπρακτη στήριξη από φορείς του διεθνούς εργατικού κινήματος, αλλά και την οργάνωση επιτροπών αλληλεγγύης προς τους απεργούς, η απώλεια των εισοδημάτων τους και η αδιάλλακτη στάση του σκληροπυρηνικού Θατσερισμού οδήγησαν ολόκληρες κοινότητες ανθρακωρύχων (ειδικά στη βόρεια Αγγλία) στα πρόθυρα της λιμοκτονίας.
Η εξάλειψη του κοινωνικού κόστους με την έννοια της διασφάλισης της ομαλής ροής των κοινωνικών υπηρεσιών προς το κοινωνικό σύνολο, καταδίκασε τους απεργούς σε μια ηρωική ήττα και συντέλεσε τα μέγιστα ώστε το άλλοτε ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα των ανθρακωρύχων να οδηγηθεί σε οριστική παρακμή. Ας σημειωθεί εδώ πως το πρόγραμμα της κυβέρνησης για την «μεταρρύθμιση» του ενεργειακού τομέα προέβλεπε την άμεση απόλυση χωρίς αποζημίωση 20.000 εργατών, σε σύνολο 27.000 θέσεων εργασίας. Η απεργία από αυτή την άποψη ήταν επιβεβλημένη επιλογή για τους ανθρακωρύχους που δεν είχαν άλλο τρόπο για να αντιδράσουν.
Από τα παραπάνω προκύπτει πως δεν υφίσταται απεργιακό κίνημα χωρίς την κοινωνική του διάσταση και ότι η πρόκληση κοινωνικής αναταραχής μέσω της παρακώλυσης του παραγωγικού μηχανισμού αποτελεί τον λόγο ύπαρξης της απεργίας σαν μεθόδος βιομηχανικής πάλης. Το κοινωνικό σώμα οφείλει να αναλαμβάνει πρόθυμα το κοινωνικό κόστος των κινητοποιήσεων, με αντάλλαγμα την παροχή υποστήριξης από τους κοινωνικούς φορείς στο δικαίωμα του καθενός να απεργεί. Οι πολίτες θα πρέπει να δουν πέρα από την ιδεολογία της ηρεμίας και να συνειδητοποιήσουν πως οι συλλογικοί αγώνες των εργαζομένων στην εποχή της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς δεν συνιστούν μεμονωμένα επεισόδια βιομηχανικής ανυπακοής, αλλά τμήματα μιας ενιαίας παγκόσμιας σύγκρουσης ανάμεσα στο πολυεθνικό κεφάλαιο από την μία, και τις κοινωνίες από την άλλη.
Με αυτό δεν προκρίνουμε μια δογματική θεώρηση της απεργίας από το κοινωνικό σώμα ως a priori σωστής και ηθικής επιλογής. Οι γραφειοκρατικές ηγεσίες των νόμιμων συνδικάτων είναι πράγματι αναξιόπιστες, επιρρεπείς σε πολιτική χειραγώγηση και υποκινούμενες από συντεχνιακά συμφέροντα. Όμως το δικαίωμα στην απεργία οφείλει να είναι αυτονόητο και αδιαπραγμάτευτο και ως τέτοιο, να αποτελεί το σημείο αναφοράς για τη διατύπωση μιας ουσιαστικής κριτικής ενάντια στα επίσημα γραφειοκρατικά συνδικάτα. Αντί να συναινούμε σιωπηρά στην κατάργηση του δικαιώματος στην απεργία, πρέπει να αγωνιστούμε για την ριζική μεταρρύθμιση της εσωτερικής δομής των συνδικάτων, την κατάργηση της ιεραρχίας με σκοπό τον έλεγχο τους από τη βάση και της επέκτασης του νέου συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό τομέα, μακριά από κομματικές εξαρτήσεις και συντεχνιακές νοοτροπίες. Μόνο τότε μπορεί η απεργία να ξαναγίνει το πανίσχυρο κοινωνικό όπλο που ήταν κάποτε και ο νέος συνδικαλισμός να επιτελέσει κεντρικό ρόλο στα κοινωνικά κινήματα του μέλλοντος.


[i] Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε την ομιλία του καθηγητή εργατικών σχέσεων David Camfield στο συνέδριο της δια-επαγγελματικής συνομοσπονδίας της πολιτείας του Κεμπέκ στις 03-06-2008, http://www.newsocialist.org/index.php?id=1625.

Monday, September 15, 2008

Η Ρωσία στον Καύκασο


Ο πόλεμος στον Καύκασο ήταν ουσιαστικά μια αμυντική αντίδραση της Ρωσίας ενάντια στην πίεση που δέχεται η χώρα για να ενσωματωθεί στο διεθνές σύστημα αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Για την υπερεθνική ελίτ είναι φανερό πως η ενσωμάτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει με όρους πολιτικής και οικονομικής ισότητας, παραχωρώντας στη Ρωσία το μερίδιο που της αναλογεί στην άσκηση υπερεθνικής εξουσίας, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την μορφή υποδούλωσης της χώρας στα δυτικά οικονομικά συμφέροντα και της υποταγής της στις περιφερειακές πολιτικές δομές της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Στους κόλπους των δυτικών τμημάτων της υπερεθνικής ελίτ η άνοδος της Ρωσικής οικονομικής ιχύος εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως δυνητική απειλή για την κυριαρχία τους, πράγμα που φανερώνει πως το υπερεθνικό σύστημα διακυβέρνησης δεν είναι ουδέτερο ή πλουραλιστικό, ούτε επιδέχεται την ενσωμάτωση νέων πολιτικών δυνάμεων στους ηγετικούς κύκλους του. Οι προθέσεις των αρχαιότερων μελών της ελίτ (της αριστοκρατίας του διεθνούς συστήματος) σε σχέση με την Ρωσική ισχύ, φάνηκαν από την αρχή, όταν μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης χρηματοδότησαν και επέβαλλαν στη χώρα μέσω του οργανωμένου διεθνούς σιωνισμού, ένα καθεστώς κλεπτοκρατίας που οδήγησε στη λεηλασία της Ρωσικής οικονομίας από τους Ρωσοεβραίους ολιγάρχες που κυριάρχησαν για μια δεκαετία στη πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου. Η εξαθλίωση της χώρας τροφοδότησε τον ρωσικό εθνικισμό και παρήγαγε ισχυρή εθνικιστική αντίδραση που εκφράστηκε αρχικά άναρχα με την επανάσταση του 1993 και ύστερα στο πεδιό της οργανωμένης πολιτικής, με το φαινόμενο του «Πουτινισμού». Ο Πούτιν πέτυχε να θέσει τους ολιγάρχες υπό έλεγχο και να ανορθώσει την ρωσική οικονομία επανεθνικοποιώντας τους στρατηγικής σημασίας τομείς της ενέργειας και των μεταλλευμάτων, λαμβάνοντας μέτρα για την αύξηση των εισοδημάτων και το νοικοκύρεμα των οικονομικών του κράτους και εκμεταλλευόμενος τον συγκυριακό παράγοντα της ραγδαίας ανόδου της τιμής του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές.[i] Η σωστή αξιοποίηση των εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών είχε ως αποτέλεσμα η κρατική εταιρεία πετρελαίου Gazprom να αναπτυχθεί ραγδαία και να καταστεί ναυαρχίδα της ρωσικής οικονομικής στρατηγικής για επενδύσεις και επιθετική επέκταση σε αγορές του εξωτερικού. Όμως τα Ρωσικά επενδυτικά πλάνα προσέκρουσαν στην οργανωμένη αντίδραση των εγχώριων ελίτ των ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης. Στην Βρετανία η εξαγορά κρατικής εταιρείας από την Gazprom ματαιώθηκε με απόφαση του κοινοβουλίου, ενώ στην Ιταλία ο Μπερλουσκόνι δεν επέτρεψε παρόμοια κατάληψη στρατηγικών τμημάτων της εθνικής οικονομιίας από τα ρωσικά συμφέροντα. Οδηγώντας την πολιτική αυτή στη λογική της κατάληξη, ο Βρετανός πρωθυπουργός Gordon Brown εγκατέλειψε κάθε διπλωματικό πρόσχημα πολιτικοποιώντας τις εμπορικές και ενεργειακές συναλλαγές με τη Ρωσία και υποστηρίζοντας πως η Ευρώπη οφείλει να αποβάλλει την εξάρτηση της από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Συμφωνα με τον Brown, η καθ’όλα νόμιμη και αμοιβαία επωφελής ενεργειακή συνεργασία με την Ρωσία πρέπει να εγκαταλειφθεί αφού υπονομεύει τη δυνατότητα της υπερεθνικής ελίτ να επιβάλλει τις απόψεις της και να διαμορφώσει τη Ρωσική πολιτική.[ii]
Με άλλα λόγια, η Ρωσία δεν μπόρεσε να κάνει χρήση των καθιερωμένων κανόνων ανταγωνισμού του ελεύθερου εμπορίου για να επεκτείνει την οικονομική της ισχύ και να κατοχυρώσει την ανάπτυξη της. Η Ρωσία προορίζεται να παίξει τον ρόλο της δεξαμενής ενεργειακών πόρων που θα τροφοδοτεί την παγκόσμια οικονομία και όχι αυτόν του αυτόνομου μέλους της υπερεθνικής ελίτ.[iii] Οι συναλλαγές με τη Ρωσία δεν πρέπει να γίνονται με βάση καθαρά οικονομικές λογικές που διαμορφώνουν τις εμπορικές δοσοληψίες, αλλά να βασίζονται και να καθορίζονται από γεωπολιτικές παραμέτρους ισχύος.
Στο επίπεδο της διεθνούς πολιτικής, η Ρωσία πέτυχε να αναστείλει προσωρινά τη διαδικασία περικύκλωσης της από εχθρικά κρατίδια υποτελή στην Αμερικανική αυτοκρατορία, όπως προβλέπει το αμερικανικό σχέδιο ανάσχεσης της Ρωσικής ισχύος. Με τη στρατιωτική επέμβαση στον Καύκασο, μια σειρά από θεμελιώδεις μύθους που αναφέρονται στον ρόλο της Ρωσίας στον μετα-ψυχροπολεμικό κόσμο καταρρίφθηκαν. Ο μύθος της ανήμπορης Ρωσίας με τις στρατιωτικές υποδομές σε αποσύνθεση, που σκιαγράφησε η Άννα Πολιτκόφσκαγια στο βιβλίο της «Η Ρωσία του Πούτιν», ανετράπη στην πράξη με μια επίδειξη πολεμικής ετοιμότητας και άρτιας στρατιωτικής οργάνωσης απέναντι στον εκπαιδευμένο από τις ΗΠΑ Γεωργιανό στρατό. Η Μόσχα έδειξε πως έχει ανασυγκροτήσει τις ένοπλες δυνάμεις της και διαθέτει πλέον την απτή στρατιωτική ικανότητα για να διεξάγαγει εκστρατείες εκτός συνόρων, να υπερασπίζει τα συμφέροντα της και να υποστηρίζει με την απαραίτητη ισχύ τις διαπραγματευτικές θέσεις που αναπτύσσει στο διεθνές διπλωματικό πεδίο.
Επίσης, καταρρίφθηκε ο μύθος της Ρωσικής πολιτικής ηγεσίας ως πειθήνιου οργάνου των κοσμοπολίτικων κέντρων εξουσίας. Παρά την ενίοτε φλογερή ρητορεία του Βλάντιμιρ Πούτιν, η ρωσική εξωτερική πολιτική μέχρι τώρα δεν είχε κάποιο σημείο αναφοράς που να αναδεικνύει την αυτοτέλεια της έναντι του δυτικού προγράμματος για παγκόσμια διακυβέρνηση. Η στάση της Μόσχας στο ζήτημα το Κοσσόβου ήταν θαρραλέα, αλλά φορτισμένη με αρνητικό περιεχόμενο. Απέβλεπε στο να αποτρέψει μια εξέλιξη, την οποία τελικά απέτυχε να εμποδίσει. Με την εκστρατεία αντιποίνων που ανέλαβε έναντια στη Γεωργία και τη συνακόλουθη αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Οσεττίας και της Αμπχαζίας, η ρωσική διπλωματία δείχνει ότι ίσως να μην μπόρεσε να παίξει ρόλο εγγυητή της εδαφικής ακεραιότητας της Σερβίας, αλλά είναι ικανή να χρησιμοποιήσει το νομικό προηγούμενο που επέφερε η βίαιη απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου για να παράξει νομικές εξελίξεις στην περιφερειακή σφαίρα συμφερόντων της. Μπορεί κανείς να πει πως η αναγκαία συνθήκη για την ανασύσταση αυτής της σφαίρας περιφερειακής κυριαρχίας ήταν η ικανότητα προβολής της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος στο εξωτερικό. Η ικανή συνθήκη ήταν η αναγνώριση της ανεξαρτησίας των δύο επαναστατημένων επαρχιών της Γεωργίας.
Πρέπει εδω να σημειωθεί πως οι βασικοί στόχοι της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής δεν αφορούν την ριζική αναμόρφωση του διεθνούς συστήματος κυριαρχίας, αλλά έχουν καθαρά ρεαλιστική, περιφερειακή διάσταση.[iv] Με άλλα λόγια, δεν θα πρέπει να αναμένουμε μια αποκατάσταση του διπολικού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων, ούτε την ανάδειξη της Ρωσίας σε αντίπαλο δέος των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή, αφού εξέλειπαν οι προϋποθέσεις για μια τέτοια διαρκή αντιπαλότητα. Δηλαδή, δεν υπάρχει στη Ρωσία ένα διαφορετικό κοινωνικό σύστημα όπως κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, η ενσωμάτωση της χώρας στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς προχωρά με γοργούς ρυθμούς, ενώ η Ρωσία δεν διακατέχεται πλέον από τη φιλοδοξία ή τη γεωπολιτική αναγκαιότητα δημιουργίας ενός πλανητικού συνασπισμού δυνάμεων, ενός διακριτού πολιτικο-οικονομικού μπλοκ που θα αποτελεί ασπίδα για τα Ρωσικά συμφέροντα στο εξωτερικό και θα είναι συνδεδεμένο με την επιβίωση του καθεστώτος στο εσωτερικό. Αυτό που επιθυμεί η Μόσχα είναι η επαναφορά της στο καθεστώς της περιφερειακής υπερδύναμης, σε αντίθεση με τις πλανητικές αυτοκρατορικές επιδιώξεις των ΗΠΑ, που μέχρι και ο φιλελεύθερος υποψήφιος για την προεδρία Μπάρακ Ομπάμα, εσχάτως έσπευσε να υιοθετήσει.[v]
Η ικανότητα της να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο διεθνές σύστημα υπερεθνικής διακυβέρνησης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ικανότητα της να σφυρηλατεί διακρατικές συμμαχίες και να δρα σε συνάρτηση με άλλες δυνάμεις στο διεθνή πολιτικό στίβο (Κίνα, Ε.Ε., Ινδία). Όμως, ενώ οι ελίτ των ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης είναι πλήρως ενσωματωμένες στις δομές της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και ακολουθούν μια αποεθνικοποιημένη εξωτερική πολιτική που έχει συνδέσει οργανικά τις επιδιώξεις της με την απόπειρα οικοδόμησης μιας απο-εδαφικοποιημένης, κοσμοπολίτικης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας (π.χ. τα κράτη της Ε.Ε.), οι θεμελιώδεις επιδιώξεις της εθνικιστικής ρωσικής οικονομικής ελίτ στο εξωτερικό παραμένουν εξαρτημένες από παραδοσιακές γεωπολιτικές παραμέτρους και γι' αυτό έρχονται σε σύγκρουση με πολλές πτυχές του αυτοκρατορικού εγχειρήματος. Γι'αυτό θα πρέπει να αναμένουμε ότι τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η πολιτική της Μόσχας στα διεθνή πολιτικά φόρα θα επικεντρωθεί στην σύναψη πολιτικών συμμαχιών με εκείνες τις οικονομικοπολιτικές ελίτ που διαπνέονται από παρόμοιο εθνικιστικό πνεύμα (Λατινική Αμερική, Κίνα, Ιράν).
Αυτό δεν σημαίνει πως η Ρωσία θα επιδιώξει να έλθει σε καθολική ρήξη με την Ε.Ε. Σε αυτό το πνεύμα οφείλουμε να ερμηνεύσουμε την μη-παραβίαση, σε γενικές γραμμές, από το Κρεμλίνο των στρατιωτικών συμβάσεων που διέπουν τις "ανθρωπιστικές" στρατιωτικές επεμβάσεις σε ότι αφορά τον τρόπο που διεξήγαγε την εκστρατεία στον Καύκασο (ο βομβαρδισμός αμάχων στο Γκόρι δεν διαφέρει σε τίποτα από τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς αμάχων στη Σερβία το 1999), καθώς και τον σεβασμό που επέδειξε το ρωσικό γενικό επιτελείο στις επικοινωνιακές νόρμες διεξαγωγής του σύγχρονου ιδεολογικού πολέμου (τακτική ενημέρωση ξένων ανταποκριτών μέσω συνεντεύξεων τύπου στα πρότυπα του αμερικανικού στρατού, κατηγορίες για γενοκτονία των Οσέτιων, διαχωρισμός της εχθρικής κυβέρνησης Σαακασβίλι από τον Γεωργιανό λαό, κλπ.). Όμως οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη θα εξετάζονται πλέον κατά περίπτωση, μέχρι να μπορέσει η Μόσχα να δημιουργήσει ένα φιλορωσικό μπλοκ εντός της Ε.Ε. που θα ανατρέψει την υφιστάμενη θεσμική ισορροπία δυνάμεων και θα αποσπάσει την Ευρώπη από την Αμερικανική ηγεμονική επιρροή.
Όπως προείπαμε, η Ρωσία δεν επιθυμεί τη διεθνή απομόνωση της, αλλά την εισδοχή της με ίσους όρους στη λέσχη των μεγάλων «πολιτισμένων» κρατών. Γι’αυτό και ουδέποτε αποπειράθηκε να καταλάβει την Γεωργιανή πρωτεύουσα Τιφλίδα, ή να εγκαθιδρύσει μόνιμη στρατιωτική κατοχή στη χώρα. Σε ότι αφορά το «εγγύς εξωτερικό», θεμελιώδης αρχή της πολιτικής της Μόσχας είναι η ανατροπή των φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων που προέκυψαν από τις «έγχρωμες επαναστάσεις» που επιβλήθηκαν έξωθεν σε Γεωργία και Ουκρανία και η ενσωμάτωση αυτών των χωρών σε ένα ρωσοκεντρικό περιφερειακό σύστημα. Απαραίτητο στοιχείο αυτής της πολιτικής είναι η ανάδειξη του πολύπλευρου κόστους της φιλοαμερικανικής επιλογής, καθώς και της απόλυτης αδυναμίας της Ουάσινγκτον να προστατέψει τα υποτελή αντιρωσικά καθεστώτα σαν αυτό του Σαακασβίλι.
Στην περίπτωση της Γεωργίας, η μονομερής κήρυξη ανεξαρτησίας από Αμπχαζία και Οσετία και η διπλωματική αναγνώριση τους από την Μόσχα, είχε ακριβώς τον στόχο να καταστήσει τον Σαακασβίλι υπόλογο για την απώλεια εθνικών εδαφών και μέσω αυτής της αποτυχίας να δώσει πολιτική ώθηση στα αντιπολιτευόμενα κόμματα που θα προκύψουν από την κρίση. Σε καιρό πολέμου, τα κόμματα αυτά είναι αναγκασμένα να συνταχτούν με τον γεωργιανό σοβινισμό και να παράσχουν υποστήριξη στην πολιορκούμενη «εθνική» κυβέρνηση. Όταν όμως ο ορυμαγδός της σύγκρουσης καταλαγιάσει, το αδιαμφισβήτητο γεγονός θα είναι πως η Γεωργία απώλεσε οριστικά δύο επαρχίες της χάρη στους λεονταρισμούς του Σαακασβίλι, πράγμα που σίγουρα θα επηρρεάσει τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας. Άλλωστε, όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις, η Ρωσία αναμένεται να επιδιώξει την ανασύσταση της σφαίρας επιρροής της με πολιτικά μέσα και όχι μέσω πολυέξοδων και αντπαραγωγικών στρατιωτικών επεμβάσεων.


[i] Όπως αναφέρει ο Άλεξ Καλλίνικος, η Ρωσία είναι αυτή τη στιγμή τρίτη στον κόσμο σε ότι αφορά το μέγεθος των συναλλαγματικών αποθεμάτων της, με 581 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο Α. Καλλίνικος, Aλλη μια ήττα για Mπους – Tσένεϊ, http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=903735.
[ii] «Σε κανένα έθνος δεν μπορεί να επιτραπεί να έχει το μονοπώλιο πάνω στις ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης και τα γεγονότα του Αυγούστου έδειξαν πόσο σημαντική είναι η προσπάθεια για διαφοροποίηση στην παροχή των ενεργειακών μας πόρων [...] Χωρίς να το καταλάβουμε ρισκάρουμε να αφεθούμε σε μια σχέση ενεργειακής εξάρτησης από ασταθείς και αναξιόπιστους εταίρους». Στο Russia will not hold us to ransom – Brown, The Observer, http://www.guardian.co.uk/politics/2008/aug/31/gordonbrown.russia .

[iii] Γράφει ο Μπράουν, «Πιστεύω πως η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιλογή σε ότι αφορά τη φύση των ευθυνών που την βαρύνουν ως ένα ηγετικό και αξιοσεβαστο μέλος της διεθνούς κοινότητας. Το μήνυμα μου προς τη Ρωσία είναι απλό: εάν θέλετε να είστε ευπρόσδεκτοι στο τραπέζι των αποφάσεων σε κορυφαίες οργανώσεις όπως το G8, ο ΟΑΣΑ και ο ΠΟΕ, θα πρέπει να δεχτείτε ότι από τα δικαιώματα απορρέουν και υποχρεώσεις. Θέλουμε η Ρωσία να είναι ένας καλός εταίρος στο G8 και σε άλλες οργανώσεις, αλλά δεν μπορεί να επιλέγει ποιους κανόνες θέλει να ακολουθήσει». Στο G. Brown, This is how we will stand up to Russia's naked aggression, The Observer, 31-08-2008.
[iv] Όπως γράφει ο επίτιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παν/μιου του Πρίνστον και ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη, «Η ρωσική συμπεριφορά φαίνεται κυρίως να υποκινείται από μια παραδοσιακά περιορισμένη «χωροταξικά» προσπάθεια για την εγκαθίδρυση μιας φιλικής και σταθερής από άποψη ασφάλειας ζώνης σε χώρες κοντά στα σύνορα της». Στο R. Falk, Μια Αποτίμηση της Κρίσης στη Γεώργια, Ελευθεροτυπία, 31-08-2008.
[v] Για τις προεκλογικές μεταλλάξεις του Ομπάμα και την υιοθέτηση από μέρους του των βασικών θέσεων που βρίσκονται στον πυρήνα της αυτοκρατορικής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, βλ. S. Halimi, Η Προεκλογική Μετάλλαξη του Δημοκρατικού Ομπάμα, Ελευθεροτυπία, 31-08-2008. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν τη λογική μιας παγκόσμιας ‘αυτοκρατορίας’, έναντι της ρωσικής επιδίωξης μιας περιορισμένης ‘περιφερειακής’ σφαίρας συμφερόντων. Όπως γράφει ο Falk, «Αν λάβουμε υπόψη αυτές τις προσεγγίσεις καταλαβαίνουμε οτι η Γεωργία εμπίπτει επικίνδυνα στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο μάχης για την αμερικανική προσπάθεια οικοδόμησης μιας άτυπης παγκόσμιας αυτοκρατορίας. Ολόκληρος ο κόσμος είναι για την Ουάσινγκτον ‘εγγυς εξωτερικό’», ibid.

Saturday, August 2, 2008

Obama and the Black Community

A black candidate who does not believe in the cause of black liberation is even worst than a white candidate of the establishment. How can a person who comes from an oppressed minority (african-americans), purport to care about the citizenry of the US in general, while overlooking entirely the problems in his own community? And how can Obama claim that he cares about black people, when he has failed to recognize their historical plight in any of his speeches? Obama ascribes black poverty and underdevelopment to the “moral deficiencies” of the black male, and not to the cultural subjugation of african-americans, or ghetto economics. This is a standard establishment-position towards the racism and economic enslavement of the african-american community. The problem of racism has not been solved because a black man is running for president. Institutional racism applies to groups and collectivities and engulfs the african-american community as a whole. A candidate who refuses even to depict himself as a black politician (bearer of a radical political heritage stemming from his background), opting instead for the race-neutral approach, will scarcely contribute in the improvement of the social situation of blacks. He will either be indifferent, or inimical towards black collective issues and demands, because he will mean to show the white establishment that he is moderate and reliable and completely detached from his background. The case of the of Jeremiah Wright’s official excommunication by the Obama campaign, speaks volumes of the candidate’s intentions towards the black underclass as a whole. God help black America, if this is the leadership it aspires to.

Wednesday, June 25, 2008

Η Αποστασία των Πολιτικών


Την περίοδο που ο Μπλερ κυβερνούσε την Μεγάλη Βρετανία, κάποιος Άγγλος αξιωματούχος ρωτήθηκε εαν τα συνεχώς αυξανόμενα ποσοστά αποχής του Βρετανικού κοινού από τις εκλογές αποτελούν κίνδυνο για το δημοκρατικό πολίτευμα ή έναν τρόπο αποδοκιμασίας των πολιτικών δυνάμεων του κατεστημένου. Με περισσή αισιοδοξία απάντησε ότι η απροθυμία των Άγγλων να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα συνιστά σημάδι εφησυχασμού του εκλογικού σώματος και εμπιστοσύνης σε αυτούς που το κυβερνούν.
Είναι γεγονός ότι μια τέτοια αποτίμηση του προβλήματος της εκλογικής αποχής από ενα στέλεχος της κυβέρνησης είναι μάλλον αναμενόμενη αφου έγινε σε μια στιγμή που, λόγω της αυτοκτονίας του καθηγητή Ντέιβιντ Κέλι, η κυβέρνηση των Νέων Εργατικών βρέθηκε αντιμέτωπη με τη χειρότερη πολιτική κρίση της μέχρι τότε θητείας της. Οι επίπλαστοι δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ του Μπλαιρ και των κατώτερων τάξεων της Βρετανικής κοινωνίας που είχαν οικοδομήσει οι μάγοι του τμήματος δημοσίων σχέσεων (spin doctors) του Βρετανικού πρωθυπουργικού γραφείου, θρυμματίστηκαν από το συμβάν μιας πολιτικής αυτοκτονίας την τραγικότητα της οποίας η μηχανή προπαγάνδας της Βρετανικής κυβέρνησης δεν μπόρεσε να διαγράψει, ή να παραποίησει.
Η αυτοκτονία του Κέλι θύμησε στους Βρετανούς ότι η πολιτική στην ουσιαστική της μορφή, είναι κάτι παραπάνω από ένας απλός διαγωνισμός δημοτικότητας κι επανέφερε στο προσκήνιο εκείνα τα φορτισμένα πολιτικά νοήματα που τόσο πολύ οι spin doctors των Νέων Εργατικών προσπάθησαν να απεμπολήσουν από την καλογυαλισμένη πρωθυπουργική εικόνα του Μπλαιρ. Ο ‘μάρτυρας’ Κέλι υπενθύμισε στους Βρετανούς πολίτες το αίσθημα εκείνο της δημόσιας ευθύνης που θα έπρεπε να διακατέχει κάθε δημόσιο λειτουργό, το βάρος του οποίου μπορεί να είναι τόσο επώδυνο, ώστε να οδηγήσει κάποιον ακόμα και στην αυτοκτονία. Ένα αίσθημα ευθύνης που, κρίνοντας από τις μεθοδεύσεις που προηγήθηκαν της Αγγλικής συμμετοχής στον πόλεμο του Ιράκ και της κυνικής αντιμετώπισης που έτυχε ο θάνατος του Κέλι από στελέχη της Βρετανικής κυβέρνησης, οι εκλεγμένοι πολιτικοί ηγέτες του Βρετανικού λαού φαίνεται οτι από καιρό έχουν φροντίσει να αποβάλλουν.
Δεν είναι περίεργο λοιπόν που με τις δηλώσεις του, ο Βρετανός αξιωματούχος προσπάθησε όχι μόνο να συγκαλύψει την πραγματική σημασία της αποχής για την εξέλιξη της δημοκρατίας στην Βρετανία, αλλά και να υποθάλψει παρόμοιες συμπεριφορές. Eίναι αναμενόμενο μια χρεοκοπημένη κυβέρνηση σαν αυτή των Νέων Εργατικών να βασίζει το πολιτικό της μέλλον στην απάθεια και την αδιαφορία του εκλογικού σώματος.
Όμως μία ερμηνεία των δηλώσεων αυτών με αποκλειστικό σημείο αναφοράς την Βρετανία μας εμποδίζει από το να δούμε πέρα από τις ιδιαιτερότητες του Βρετανικού πολιτικού συστήματος και να διακρίνουμε τα γενικότερα διδάγματα που θα πρέπει να αντλήσουμε από αυτήν την ενθουσιώδη αποδοχή της αποχής. Άλλωστε, το πρόβλημα της μη-συμμετοχής των πολιτών στα κοινά είναι μια γενικευμένη μορφή δυσλειτουργίας που υποσκάπτει τα θεμέλια των σύγχρονων αντιπροσωπευτικών δημοκρατιών και που σταδιακά έχει λάβει την έκταση μιας σοβαρής και οξείας κρίσης νομιμότητας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.
Μήπως λοιπόν οι δηλώσεις του Βρετανού αξιωματούχου απηχούν τη σταδιακή ανάδειξη νέων αντι-δημοκρατικών τάσεων στους κόλπους των πολιτικών διαχειριστών της παγκοσμιοποίησης; Στο πλαίσιο της πρωτοφανούς σύγκρουσης που προέκυψε μεταξύ της πολιτικής των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στο θέμα του Ιράκ και της εκπεφρασμένης βούλησης των λαών για μη-εμπλοκή στην ληστρική επιδρομή κατά του Ιρακινού λαού, μια τέτοια αντιδημοκρατική στροφή αποκτά καινούριο νόημα και σημασία. Και είναι σ’αυτό το πλαίσιο που είμαστε υποχρεωμένοι να αποκαταστήσουμε μερικές αλήθειες σχετικά με τις συνέπειες της εκλογικής αποχής ως πολιτικού φαινομένου και με αυτόν τον τρόπο να διατυπώσουμε αντίλογο σε ισχυρισμούς που παρουσιάζουν την εκλογική αποχή ως δείγμα μιας ομαλής και επιτυχημένης διακυβέρνησης.
Η αλήθεια είναι πως η ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος προϋποθέτει ενεργούς πολίτες που εμπλέκονται συστηματικά στους θεσμικούς τρόπους άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Ίσως όχι με την έννοια της προσωπικής ανάμειξης της πλειοψηφείας των πολιτών στα κοινά, όπως θα συνέβαινε στο πλαίσιο μιας άμεσης δημοκρατίας, αλλά τουλάχιστον μέσω της καθημερινής ενασχόλησης του πολίτη με τα δημόσια πράγματα που τον καθιστά ενήμερο γύρω από εξελίξεις που τον αφορούν, τον οπλίζει με σωστή κρίση γύρω από τις κυβερνητικές πολιτικές και του επιτρέπει να ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα με υπευθυνότητα και πλήρη επίγνωση των επιλογών που του παρέχονται όταν αυτός προσέρχεται στις κάλπες.
Είναι λοιπόν φανερό ότι σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η επιδοκιμασία του λαού προς τις πολιτικές μιας κυβέρνησης ή προς το πρόγραμμα ενός κόμματος, δεν μπορεί παρά να εκφράζεται μέσα από χειροπιαστά εκλογικά αποτελέσματα και να επιβραβεύεται μέσα από θετικές εκλογικές νίκες. Εξάλλου, η προσπάθεια να διασφαλιστεί η λαϊκή αποδοχή μέσα από την εκλογική διαδικασία, οφείλει να είναι και η κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να στρέφεται και η ηθική διάσταση κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας ενός κόμματος που διακατέχεται από γνήσια δημοκρατικά φρονήματα.
Δεν μιλάμε εδώ για πρακτικές λαϊκισμού που σαν σκοπό έχουν να εξαπατούν το εκλογικό σώμα με τη δημιουργία ψευδών εντυπώσεων. Ούτε αναφερόμαστε στην ανάπτυξη μιας ευρείας βάσης εκλογικής υποστήριξης μέσω πελατειακών σχέσεων και διευκολύνσεων. Περισσότερο έχουμε στο μυαλό μας μια έντιμη δημοκρατική στάση που ενθαρρύνει την μαζική συμμετοχή στις πολιτικές διαδικασίες (π.χ. εκλογές) και θεωρεί ως πρωταρχικό κριτήριο αξιολόγησης και νομιμοποίησης της πολιτικής της δράσης την ανταπόκριση, ή μη, που αυτή έχει στα λαϊκά στρώματα (σε κάθε περίπτωση η λαϊκή ετυμηγορία θα έπρεπε να λειτουργεί ως το υπέρτατο κριτήριο νομιμότητας σε μια δημοκρατία).
Αντίθετα, πιστεύω πως η αποδοχή της αποχής ως δομικό λειτουργικό στοιχείο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποτελεί προπαρασκευαστικό βήμα για την εδραίωση μιας ανελεύθερης πολιτικής κουλτούρας, πάνω στην οποία οι ελίτ θέλουν να βασίσουν την λειτουργία ενός παγκοσμιοποιημένου συστήματος κυριαρχίας που εδώ θα ονομάσουμε Αυτοκρατορική Δημοκρατία.
Ενός συστήματος μόνο κατ’όνομα δημοκρατικού, αφου εύλογα μπορεί κάποιος ν’αναρωτηθεί πώς πιστοποιείται η βούληση του έθνους σε μια δημοκρατία, αν όχι μέσα από τη συμμετοχή του στην εκλογική διαδικασία. Η άποψη μου είναι πως κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται πως έχει τον λαό στο πλευρό του όταν ο ίδιος ο λαός αρνείται να διατρανώσει αυτή την υποστήριξη του χρησιμοποιώντας το μόνο μέσον που διαθέτει, τον εκλογικό μηχανισμό.
Συνεπώς, η πολιτική απάθεια μόνο με την γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να ταυτίζεται και αποτελεί ένδειξη αλλοτρίωσης και όχι ικανοποίησης του πολίτη.[i] Απορρέει από την πεποίθηση ότι η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος δεν έχει πια την σημασία που του αποδίδεται στην κλασσική δημοκρατική θεωρία. Ο κεντρικός θεσμικός χαρακτήρας των εκλογών έχει αλλοιωθεί από το φαινόμενο των διευρυμένων κοινωνικών ανισοτήτων, της βαθειάς διαπλοκής του μηχανισμού της δημόσιας διοίκησης με τα επιχειρηματικά συμφέροντα καθώς και από την εκτεταμένη μεταβίβαση εξουσιών από τη σφαίρα κυριαρχίας του έθνους-κράτους, στην αρμοδιότητα υπερεθνικών οργανισμών.
Ακόμα, η μη συμμετοχή των πολιτών αντανακλά το γεγονός ότι στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης δεν υπάρχουν πλέον κομματικές παρατάξεις με διακριτούς ιδεολογικούς και κοινωνικούς προσανατολισμούς που να εκφράζουν τα συμφέροντα της μιας ή της άλλης μερίδας των πολιτών. Η πολυμορφία και οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε θέματα διακυβέρνησης και κοινωνικής πολιτικής που αποτελούν την απαράβατη αρχή νομιμοποίησης κάθε δημοκρατικού καθεστώτος αλλά και την αναγκαία συνθήκη της υγιειούς λειτουργίας του πολιτεύματος, έχει προ πολλού πάψει να υπάρχει. Η δημιουργική διακίνηση των ιδεών που αποτελεί το κατ’εξοχήν χαρακτηριστικό μιας δημοκρατίας αλλά και τον βασικό αμυντικό μηχανισμό του πολιτεύματος ενάντια στην έμφυτη ροπή κάθε εξουσιαστικού μηχανισμού προς την απολυταρχία, έχει αντικατασταθεί από έναν γενικευμένο κομφορμισμό και έναν πραγματισμό που απορρέει από την υποτιθέμενη ανάγκη βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχείας.
Το πολιτικό έδαφος του ‘Κέντρου’, το οποίο έχει θεωρητικό νόημα και πρακτικό λόγο ύπαρξης μόνο στην περίπτωση που λειτουργεί ως ενδιάμεσος, εξισορροπιστικός παράγοντας ανάμεσα σε δυο εκ διαμέτρου αντίθετες τάσεις, όπως ήταν κάποτε οι πολιτικές φιλοσοφίες της Αριστεράς και της Δεξιάς, τώρα έχει μεταβληθεί σε ιδεολογικό χωνευτήρι, όπου διαχρονικές ηθικές αξίες εκφυλίζονται, χρόνιες κοινωνικές δεσμεύσεις αθετούνται στο όνομα ενός νέου πολιτικού ύφους, δομημένου γύρω από καλοσχεδιασμένες διαφημιστικές εκστρατείες και προηγμένα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η τακτική της φραστικής απαξίωσης του αντιπάλου, στην οποία επιδίδονται αφειδώς οι κομματικοί ηγέτες για να δημιουργήσουν την πλασματική εντύπωση οτι σημαντικές διαφορές χωρίζουν την μια παράταξη από την άλλη, μικρό αποτέλεσμα έχει σ’ενα υποψιασμένο εκλογικό σώμα. Οι ψηφοφόροι όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν πως όσο οι ιδεολογικές και πρακτικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων εκμηδενίζονται, τόσο οι τόνοι των παραπλανητικών προφορικών αντιπαραθέσεων ανεβαίνουν.
Κι αν θέλουμε να έχουμε μια πλήρη εικόνα για τη σημερινή παρακμή του δημοκρατικού πολιτεύματος, δεν πρέπει τάχα να καταλογίσουμε στις κοινοβουλευτικές ελίτ την ευθύνη που τους αναλογεί για την ανυποληψία στην οποία έχει περιπέσει η εν γένει ενασχόληση με την πολιτική; Οι καταχρήσεις αυτών των ελίτ, η ελαφρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν τις ευθύνες που εκπορεύονται από το αξίωμα τους, ο εκλογικός τυχοδιωκτισμός τους και η άμεση ανάμειξη τους σε κάθε λογής παράνομη κερδοσκοπική δραστηριότητα, συντέλεσαν τα μέγιστα στη δυσφήμιση της πολιτικής και στην ταύτιση της με διόλου κολακευτικά στερεότυπα όπως η διπροσωπία, η ανηθικότητα, η εξαπάτηση.
Αυτοί λοιπόν είναι οι πραγματικοί λόγοι στους οποίους οφείλεται η αυξανόμενη πολιτική απάθεια και όχι η δήθεν αίσθηση της ικανοποίησης του πολίτη. Στον βαθμό που ο Βρετανός αξιωματούχος ερμηνεύει την κοινωνική απαξίωση όχι μόνο της κυβέρνησης του αλλά και ολόκληρου του κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος, ως μέγα κυβερνητικό επίτευγμα, ίσως θα πρέπει να αναμένουμε μια ακόμα πιο ριζική αντιδημοκρατική στροφή από μέρους των ελίτ που μας κυβερνούν. Όχι μόνο γιατί τέτοιες διαπιστώσεις φανερώνουν την αυξανόμενη αδιαφορία τους για τις επιπτώσεις που οι πολιτικές τους μπορούν να έχουν στην κοινωνία και κατ’επέκτασην στο εκλογικό σώμα, αλλά και για τον λόγο οτι η ενθουσιώδης αποδοχή της αποχής υπονοεί μια βαθύτερη διάθεση αμφισβήτισης των δημοκρατικών θεσμών και της εκλογικής διαδικασίας ως μοναδικού αξιόπιστου μέσου για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με το προς τα που στρέφεται η λαϊκή βούληση.
Πράγματι, με αυτό το σκεπτικό η εκλογική αποχή μπορεί να εξελιχθεί σε ενα χρήσιμο εργαλείο περαιτέρω αυτονόμησης των πολιτικών ελίτ από οποιαδήποτε μορφή δημοκρατικού ελέγχου. Και τότε το μοντέλο της Αυτοκρατορικής Δημοκρατίας που τώρα είναι ακόμα στα σπάργανα, θα ειναι πλέον μια πραγματικότητα.


[i] Πόσο μάλλον στην Μεγάλη Βρετανία, όπου σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση του περιοδικού Time, το 47% των Βρετανών πολιτών δηλώνει πως δεν ταυτίζεται με κανένα απο τα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα (M. Bird, Opposition Blues, Time, 27/10/03).