Sunday, May 6, 2007

Αδιέξοδα του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας


Για ακόμη μια φορά η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με το αδιέξοδο της πολιτικής που ακολουθεί ο Πρόεδρος Πούτιν αναφορικά με το ζήτημα της Τσετσενίας. Παραδέχομαι πως χρησιμοποιώντας τα κριτήρια της συμβατικής ηθικής είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς μια στρατιωτική επιχείρηση που στρέφεται ενάντια σε μικρά παιδιά και τους δασκάλους τους σε έναν παιδικό σταθμό της Βόρειας Οσσετίας. Αντί να καταφύγουμε ξανά στους παραδοσιακούς αφορισμούς κατά της πρωτοφανούς βαρβαρότητας των Τσετσένων πολεμιστών, θεωρώ πως θα ήταν συνετό να προσεγγίσουμε τα γεγονότα από μια διαφοερτική, πιο εποικοδομητική σκοπιά που εάν υιοθετείτο από την Ρωσική κυβέρνηση, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή μιας ακόμα τραγωδίας για τον δύσμοιρο Ρωσικό λαό.
Η εκ των προτέρων καταδίκη των Τσετσένων εισβολέων ως αιμοδιψών δολοφόνων μας οδηγεί αναπόδραστα σε μια λογική απόρριψης κάθε είδους συνδιαλλαγής με τους δράστες αφού, σε πρώτη φάση η τακτική διαπραγμάτευσης με μια σπείρα στυγνών δολοφόνων εμφανίζεται ως μη-αποδεκτή από ηθικής άποψης, ενώ τίθεται εν αμφιβόλλω και η δυνατότητα που έχουν οι Ρωσικές αρχές να πετύχουν την απελευθέρωση των ομήρων με τη χρήση διπλωματικών μέσων. Σε αυτήν την περίπτωση, κι εάν η Ρωσική κυβέρνηση καταφύγει σε μια επιχείρηση διάσωσης των ομήρων όπως έκανε στο θέατρο της Μόσχας, δεν μένει στους Τσετσένους άλλη επιλογή από το να κάνουν επίδειξη της βαναυσότητας που τους προσάπτουν Ρώσοι και δυτικοί αναλυτές, με μόνο στόχο τον παραδειγματισμό των κρατικών Ρωσικών αρχών και της κοινής γνώμης. Εάν η Ρωσία διαλέξει τον δρόμο της βίαιης αντιπαράθεσης, πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως οι αντάρτες θα προχωρήσουν στην εκτέλεση όσο το δυνατόν περισσοτέρων ομήρων για να καταστήσουν σαφές πως η αλαζονεία τιμωρείται και να διασφαλίσουν πως μελλοντικές επιχειρήσεις των συναγωνιστών τους δεν θα έχουν παρόμοια κατάληξη. Μια άρνηση της κυβέρνησης να συνομιλήσει με τους τρομοκράτες και να ικανοποιήσει ένα μέρος τουλάχιστον τον αιτημάτων τους, ισοδυναμεί με ουσιαστική θανατική καταδίκη των παιδιών που βρίσκονται αιχμάλωτα στο εσωτερικό του σχολείου. Οι Τσετσένοι μαχητές θα παίξουν τον ρόλο του εκτελεστικού οργάνου, όμως η οριστική απόφαση για την θανάτωση τους θα ανήκει στη Ρωσική κυβέρνηση.
Ας αποφύγουμε εδώ την σύγχυση που συχνά γίνεται μεταξύ των Τσετσένων αντιστασιακών και των πρακτόρων του δικτύου της Αλ-Κάιντα. Ανεξάρτητα εάν στα τάγματα Τσετσένων ανταρτών έχουν παρεισφρύσει και οι επαγγελματίες τρομοκράτες του Μπιν Λάντεν, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κρίση της οποίας η διαχείριση με πολιτικά μέσα είναι εφικτή, και όχι με το τετελεσμένο μιας βομβιστικής ενέργειας. Τα αιτήματα είναι υπαρκτά, η ανταλλαγή κρατουμένων μεταξύ εμπόλεμων παρατάξεων είναι μια πρακτική αποδεκτή από το διεθνές δίκαιο και ο δίαυλος επικοινωνίας έχει ηδη ανοιχτεί από τους ενόπλους που μέσα από το οχυρωμένο σχολείο υπέδειξαν το κατάλληλο άτομο από Ρωσικής πλευράς για να αναλάβει την διεξαγωγή διαπαραγματεύσεων (τον παιδίατρο Λεβ Ροσάλ). Δεν είναι καθόλου απίθανο να γίνει και μια χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους των ανταρτών με την απέλευθέρωση ομάδας ομήρων πρίν ή κατά την διάρκεια των διαβουλεύσεων. Μια τέτοια κίνηση ενδεχομένως να αποβλέπει στο να πείσει τον κόσμο που παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ότι η σφαγή των ομήρων δεν είναι αυτοσκοπός κι ότι με τους κατάλληλους χειρισμούς από μέρους των Ρώσων, η διάσωση των ομήρων στο σύνολο τους είναι εφικτή. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η Ρωσική κυβέρνηση θα αποδεχτεί μια τέτοια κίνηση συμβιβασμού αφού γίνεται αντιληπτό ότι σε αυτήν την περίπτωση, ο Ρώσος Πρόεδρος θα υποστεί επιπρόσθετη πίεση για να φέρει εις πέρας την αναίμακτη επίλυση της κρίσης, σε αντίθεση με τον αδέξιο και εν τέλει τραγικό τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την προηγούμενη κρίση στο θέατρο της Μόσχας.
Η θλιβερή αλήθεια που καθορίζει την πραγματικότητα των ασύμμετρων συγκρούσεων σαν αυτή της Τσετσενίας είναι πως όταν μια εκ των αντιμαχόμενων παρατάξεων υστερεί δραματικά έναντι του αντιπάλου σε οπλισμό και ανθρώπινους πόρους και αδυνατεί να επιφέρει στρατιωτικά πλήγματα στον εχθρό που θα οδηγήσουν σε μαζικές απώλειες αλλάζοντας την ισορροπία δυνάμεων στο πεδίο της μάχης, η έλλειψη μέσων για την διεξαγωγή ορθόδοξου πολέμου ισοσκελίζεται από μια στρατηγική που σαν στόχο έχει να επιφέρει χτυπήματα με μεγάλη συμβολική ή ψυχολογική σημασία. Μπορεί οι Τσετσένοι να θεωρούνται εμπειροπόλεμοι και σκληροί μαχητές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταφύγουν σε κατά μέτωπο επιθέσεις ενάντια στις Ρωσικές δυνάμεις και να ελπίζουν σε νικηφόρο αποτέλεσμα. Το ισοζύγιο δυνάμεων είναι τόσο συντριπτικά υπέρ των Ρώσων που ούτε η συνεχής παρενόχληση των περιπόλων του Ρωσικού στρατού μπορεί να μεταβάλει την στρατιωτική κατάσταση αποφασιστικά υπέρ των ανταρτών. Η απώλεια δύο ή τριών στρατιωτών καθημερινά σε ενέδρες ή αιφνιδιαστικές επιθέσεις, είναι μια κατάσταση που φθίρει τις Ρωσικές δυνάμεις αλλά δεν ανατρέπει ουσιαστικά την υπεροχή τους. Παράλληλα, τα αντίμετρα του Ρωσικού στρατού είναι εξοντωτικά. Ολόκληρα χωριά και πόλεις έχουν ισοπεδωθεί, άντρες απάγονται μέσα στη νύχτα από Ρώσους κομάντος και κανείς ποτέ δεν τους ξαναβλέπει. Υπό το φώς αυτών των θηριωδιών που στρέφονται αποκλειστικά κατά του άμαχου πληθυσμού, και ελλείψει ουσιαστικής προόδου στο πολιτικό μέτωπο του απελευθερωτικού αγώνα, μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι οι αυτονομιστές κινδύνευαν, ή κινδυνεύουν, άμεσα να απωλέσουν την υποστήριξη του Τσετσενικού πληθυσμού. Γι’αυτόν τον λόγο, η αλλαγή πλεύσης με την μεταφορά του πολέμου σε Ρωσικό έδαφος και την εντατικοποίηση της σύγκρουσης με το αυταρχικό Ρωσικό κράτος απετέλεσε μονόδρομο για την Τσετσενική αντίσταση.
Επιπροσθέτως, οι αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες που ένας διαρκής πόλεμος φθοράς θα μπορούσε να έχει στο ηθικό του μητροπολιτικού Ρωσικού πληθυσμού, περιορίζονται δραστικά από το καθεστώς σκληρής λογοκρισίας που έχει επιβάλει το Κρεμλίνο αναφορικά με τα νέα που διαρρέουν από το Τσετσενικό μέτωπο στον, έτσι κι αλλιώς ελεγχόμενο Ρωσικό τύπο. Οι Τσετσένοι αυτονομιστές έχουν επανειλημμένα δοκιμάσει να διασπάσουν αυτόν τον κλοιό της σιωπής που περιβάλλει τις εξελίξεις γύρω από τον αγώνα τους, σε μία περίπτωση μάλιστα αποδεχόμενοι να φιλοξενήσουν τον Ρώσο δημοσιογράφο Αντρέι Μπαμπίτσκι που βρισκόταν στην εμπόλεμη Τσετσενία με την ιδιότητα του ανταποκριτή ενός ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Ο Μπαμπίτσκι επέζησε της περιπέτειας του παρόλο που έμεινε με τους αντάρτες για πάνω από δύο μήνες και βρέθηκε μαζί τους στην πρώτη γραμμή των μαχών καλύπτοντας δημοσιογραφικά τις επιδρομές τους κατά των Ρωσικών στρατευμάτων. Κατά τη επιστροφή του στην Ρωσία κυνηγήθηκε άγρια από τις αρχές που τον κατηγόρησαν για προδοσία. Η υπόληψη του Μπαμπίτσκι κηλιδώθηκε αφου χαρακτηρίστηκε ως υπονομευτής της Ρωσικής πολεμικής προσπάθειας, ως ύποπτος για διασυνδέσεις με τρομοκράτες και ως ιδεολογικός αρωγός των Τσετσένων εξτρεμιστών. Εξακολουθεί να μάχεται κατά των χαλκευμένων κατηγοριών που εκτοξεύουν εναντίον του ο Ρωσικός στρατός και η αστυνομία, όμως το παράδειγμα του ήταν αρκετό ώστε να διασφαλίσει την περαιτέρω συμμόρφωση της Ρωσικής δημοσιογραφικής κοινότητας και την ευθυγράμμιση της με την κυβερνητική πολιτική. Το πέπλο σιωπής ξανάπεσε πάνω από την Τσετσενία και σχίζεται μόνο κατά περίσταση, από τον εκκωφαντικό θόρυβο των Τσετσένων βομβιστών αυτοκτονίας που ανατινάζονται σε κάποια Ρωσική πλατεία, σε έναν σταθμό του μετρό της Μόσχας, ή αλοίμονο, σε κάποιο σχολείο γεμάτο από ανυποψίαστους μαθητές.
Το εμφανές και πρόδηλο συμπέρασμα είναι πως στην απευκταία περίπτωση που οι μικροί όμηροι του Μπεσλάν δεν βγούνε σώοι από την περιπέτεια τους, μοναδικοί ένοχοι για τον θάνατο τους θα είναι οι τυφλωμένοι από φανατισμό απαγωγείς τους. Όμως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, με ποιά λογική απαλάσσουμε την Ρωσική κυβέρνηση από τις αδιαμφισβήτητες ευθύνες που φέρει γι’αυτήν τη νέα τραγωδία;
Είναι πλέον φανερό πως η πολιτική του Πούτιν στο ζήτημα της Τσετσενίας έχει χρεωκοπήσει. Η Ρωσία ερήμωσε μια ολόκληρη χώρα αλλά δεν κέρδισε τον πόλεμο. Η Ρωσία απώλεσε πλέον την δυνατότητα να απειλεί τους Τσετσένους με συλλογικά αντίποινα και αιματοβαμμένες τιμωρίες, αφού δεν έμεινε τίποτα που οι τελευταίοι να θέλουν να προστατεύσουν, να φοβούνται μήπως χάσουν ή μήπως το στερηθούν. Η κυβέρνηση του Πούτιν όχι μόνο δεν εξασφάλισε την ειρήνευση της ανυπότακτης επαρχίας, αλλά με τους λαθεμένους χειρισμούς της συνέβαλε στην μεταφορά της εμπόλεμης κατάστασης στην Ρωσική ενδοχώρα. Στα πρότυπα του Τζώρτζ Μπους, ο αρχηγός του Ρωσικού κράτους οικοδομεί μια νέα αυταρχική εξουσία στο εσωτερικό της Ρωσικής δημοκρατίας στην βάση ενός κοινωνικού συμβολαίου που σαν βασική συνισταμένη έχει την αποτελεσματική προστασία του Ρωσικού λαού από την τρομοκρατική απειλή.[i] Οι Ρώσοι τώρα αντιλαμβάνονται πως τέτοιες υποσχέσεις απέναντι σε έναν απελπισμένο και απρόβλεπτο εχθρό είναι ανεδαφικές και τελικά, εντελώς αδύνατες στην πραγματοποίηση τους.
Ενδεχόμενοι στόχοι όπως κυβερνητικά κτίρια και κρατικές υποδομές, στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις, αγωγοί πετρελαίου και δίκτυα ενεργειακού ανεφοδιασμού είναι δυνατόν να προβλεφθούν και να προστατευθούν, στο πλαίσιο ενός ερμηνευτικού θεωρητικού σχήματος που επιβάλει μια λογική συνέπεια στη δράση και τη στρατηγική που ακολουθούν οι τρομοκράτες. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην περίπτωση της διάχυτης τρομοκρατίας. Αλήθεια, σύμφωνα με ποιο αντιτρομοκρατικό σενάριο θα μπορούσε να προβλεφθεί και να έχει αποτραπεί μια τρομοκρατική επίθεση ενάντια σε ένα δημοτικό σχολείο της Βόρειας Οσετίας; Είναι οι ζωές των μικρών μαθητών αποδεκτές παράπλευρες απώλειες στην μάχη κατά της τρομοκρατίας; Τα ίδια ερωτήματα δεν ισχύουν και στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών που εξακολουθούν να ζούν στη σκιά μιας επικείμενης τρομοκρατικής επιχείρησης μεγάλης κλίμακας, που οι ίδιες οι αρχές των ΗΠΑ ισχυρίζονται πως είναι πρακτικά αδύνατο να αποτρέψουν και παραδέχονται ότι είναι απλώς θέμα χρόνου να συμβεί; Πώς να μην θεωρηθεί αποτυχημένη μια κυβέρνηση που καταχωρεί μεταξύ των σπουδαιότερων επιτευγμάτων της την εξολόθρευση της τρομοκρατίας, αλλά δεν διστάζει να προετοιμάζει ψυχολογικά τους πολίτες της για τη σκληρή πραγματικότητα ενός καινούριου χτυπήματος; Γιατί να μην καταλογίσουμε συνενοχή σε μια τέτοια εγκληματική κυβέρνηση;
Αφού έγινε ευρέως γνωστή η εισβολή των εξτρεμιστών στο σχολείο της Οσετίας, οι κάθε λογής εμπειρογνώμονες έσπευσαν να διαδηλώσουν δημόσια την ακράδαντη πεποίθηση τους ότι ουδεμία διαπραγμάτευση θα πρέπει να γίνει μεταξύ κυβέρνησης και τρομοκρατών. Όπως πάντα, το αστείο επιχείρημα τους είναι ότι ενδεχόμενη υπαναχώρηση των αρχών στο θέμα της ικανοποίησης των αιτημάτων που προβάλλονται από τους απαγωγείς, μπορεί να δημιουργήσει κακό προηγούμενο και να ωθήσει κι άλλους να μιμηθούν το παράδειγμα της ‘θριαμβεύουσας τρομοκρατίας’. Η σκληρή αυτή γραμμή της μηδενικής ανοχής και της αδιάλλακτης στάσης προς τους τρομοκράτες έχει αναχθεί σε δογματική και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια από τους επαγγελματίες αναλυτές του "αντικειμένου" της τρομοκρατίας, παρα το γεγονός ότι εώς τώρα δεν δείχνει να έχει το παραμικρό αποτέλεσμα και σε καμία περίπτωση δεν έχει οδηγήσει σε ύφεση του φαινομένου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, η πολιτική της ‘μηδενικής ανοχής’ του Πούτιν είχε ως αποτέλεσμα την ολοένα και συχνότερη επανάληψη των επιθέσεων των Τσετσένων, που με την πάροδο του χρόνου γίνονται περισσότερο αιματηρές και όλο και πιο απρόβλεπτες. Φυσικά αυτή η τάση δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην Ρωσία κι έχει το αντίστοιχο της στον παρατεταμένο πόλεμο που έχουν κηρύξει τα δυτικά κράτη στις απανταχού ένοπλες πολιτικές οργανώσεις. Κατά συνέπεια θεωρούμε πως η μοναδική ελπίδα για την διάσωση των ομήρων του Μπεσλάν είναι ο διάλογος με τους Τσετσένους αυτονομιστές και η ικανοποίηση των αιτημάτων τους. Αυτή είναι η μοναδική επιλογή αν η Ρωσική κυβέρνηση επιθυμεί να σώσει όση αξιοπρέπεια της έχει απομείνει.

[i] Εξού και οι εξαγγελίες του Πούτιν για ριζική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος στην μετασοβιετική Ρωσία, που σύμφωνα με τον Ρώσο πρόεδρο αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνοχής της Ρωσικής κρατικής μηχανής δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες συνθήκες για αποτελεσματική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Οι μεταρρυθμίσεις προσβλέπουν στην αποδυνάμωση της Δούμας, δηλαδή του νομοθετικού σώματος του Ρωσικού κράτους, και την δημιουργία μιας πανίσχυρης συγκεντρωτικής προεδρίας, παρακαταθήκη για την μελλοντική ανάδυση μιας ‘απολυταρχικής δημοκρατίας’ στην οποία πρωτεύοντα ρόλο στην διακυβέρνηση του κράτους θα παίζει ο εκτελεστικός τομέας. Οι ομοιότητες με το μοντέλο διακυβέρνησης του Μπους είναι εμφανείς. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί δυτικοί αναλυτές, καθώς και πλείστοι Ρώσοι αντιφρονούντες, υποστηρίζουν ότι τα μέτρα Πούτιν για αναδιάρθρωση του Ρωσικού κράτους ισοδυναμούν με συνταγματικό πραξικόπημα, όρος που χρησιμοποίησα αλλού για να περιγράψω την μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Όρα Γ.Ξ. Πρωτόπαπας, Ρωσία και Ιράκ στην Μέγγενη της Βίας, Ο Κόσμος του Επενδυτή, 19/09/04.

No comments: