Saturday, October 3, 2009

Οι Εθνικές Εκλογές ως Δικλείδα Ασφαλείας του Συστήματος

Με αφορμή τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, ξαναφούντωσε η συζήτηση γύρω από τη χρησιμότητα της εκλογικής διαδικασίας σαν μέσο πολιτικής αλλαγής στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες». Κόντρα στις διάχυτες διαθέσεις αποστασιοποίησης των ευρωπαίων ψηφοφόρων από την εκλογική φάρσα, οι υπέρμαχοι της συμμετοχής προέκριναν μια αντίληψη «ενεργού» πολίτη που προσέρχεται στις κάλπες αν όχι με σαφή στόχο την εκ βάθρων ανατροπή των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων, τουλάχιστο την άσκηση πίεσης στα κόμματα εξουσίας ενισχύοντας αριθμητικά την εκλογική δύναμη των μικρών κομμάτων.

Όσοι υπεραμύνονται του εκλογικού δικαιώματος προειδοποιούν ότι μέσω της αποχής συντελείται βαθμιαία μια ειρηνική αντιδημοκρατική επανάσταση η οποία φαίνεται μάλιστα να έχει και την συγκατάθεση των ίδιων των κυβερνωμένων. Σύμφωνα με αυτήν την λογική, η αποχή δεν έχει καμία θετική πολιτική επίπτωση, αφού δεν επηρεάζει το εκλογικό αποτέλεσμα. Η κοινωνική διαμαρτυρία δεν μετουσιώνεται σε τροποποίηση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων . Ενώ οι ψηφοφόροι των παραδοσιακών δυνάμεων προσέρχονται συντεταγμένα στις κάλπες κάτω από την εποπτεία κομματικών μηχανισμών επιφορτισμένων με την μαζική κινητοποίηση των οπαδών, η αντί-συμβατική ψήφος δεν βρίσκει έκφραση σε εκείνους τους περιθωριακούς πολιτικούς σχηματισμούς που θα μπορούσαν να γίνουν δυνητικοί αποδέκτες της.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Κατ’ αρχήν, και μόνο η εννοιολογική σύλληψη της «ψήφου διαμαρτυρίας» εμπεριέχει μια παγιωμένη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνα τα κόμματα των οποίων ο θεσμικός ρόλος είναι να κυβερνούν και σε εκείνα που η πρωταρχική λειτουργία τους είναι να εκφράζουν την δυσαρέσκεια του εκλογικού σώματος. Με άλλα λόγια, η μετατόπιση ψήφων προς τα μικρά κόμματα δεν συμβαίνει επειδή υπάρχει από πλευράς ψηφοφόρων μια γνήσια πρόθεση ανάθεσης της διακυβέρνησης σε αυτά, αλλά για να ενισχυθεί ο αντιπολιτευτικός ρόλος τους απέναντι στον δικομματισμό. Ωστόσο, με βάση την αντίληψη του μέσου ψηφοφόρου (η οποία διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τα συστημικά ΜΜΕ) τα κόμματα εξουσίας διαθέτουν συσσωρευμένη κυβερνητική εμπειρία, καθώς και μια «ρεαλιστική κατανόηση» των αντικειμενικών ορίων που θέτει το σύστημα σε οποιαδήποτε πολιτική ή κυβερνητική δράση (βλ. λόγου χάρη το «ανεδαφικό», όπως παρουσιάζεται από τα ΜΜΕ, αίτημα του ΚΚΕ για €1.400 εγγυημένο κατώτατο μισθό).

Κατά τα άλλα, πάντα βρίσκεται σε λειτουργία η αρχή του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή, σύμφωνα με την οποία ο μοναδικός τρόπος για να «τιμωρήσουν» οι πολίτες το κόμμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση, κι έτσι να εκπληρωθεί το κριτήριο της «λογοδοσίας» των ελίτ, είναι να το καθαιρέσουν από αυτή. Έτσι ο ψηφοφόρος οφείλει να υποκύψει στο εκβιαστικό δίλημμα του διπολισμού και να επιλέξει το μοναδικό άλλο κόμμα που έχει πιθανότητες να καταλάβει την κρατική εξουσία, όχι στη βάση ότι αυτό είναι καταλληλότερο για να κυβερνήσει, αλλά επειδή αν δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ψήφους, συντρέχει ο κίνδυνος το κυβερνών κόμμα που επιθυμεί να αποδοκιμάσει και να «τιμωρήσει» το εκλογικό σώμα, να παραμείνει στην εξουσία. Αυτός είναι και ο λόγος που στις εθνικές εκλογές παρατηρείται πάντα υψηλός βαθμός συσπείρωσης της εκλογικής βάσης των κομμάτων εξουσίας.

Αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις που ιστορικά ένα ριζοσπαστικό κόμμα κατάφερε να χρησιμοποιήσει επιτυχώς την εκλογική διαδικασία και να εισέλθει στην κεντρική κυβέρνηση με σκοπό να αλλάξει το σύστημα «από μέσα», τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής μόνο ενθαρρυντικά δεν ήταν. Αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με τις καλές προθέσεις του κάθε κόμματος ή του κάθε πολιτικού αρχηγού μεμονωμένα, αλλά κυρίως με τις αντικειμενικές θεσμικές δομές που περιβάλλουν και χαράσσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η κατεστημένη πολιτική εξουσία. Οι δομές αυτές είναι στο πολιτικό επίπεδο, το σύστημα της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και στο οικονομικό πεδίο, το σύστημα της οικονομίας της αγοράς.

Υπάρχει το στερεοτυπικό επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο τα κυβερνητικά κόμματα υπόκεινται στην φυσιολογική πολιτική φθορά που φέρνει η άσκηση της εξουσίας για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ενώ τα λεγόμενα «μικρά» κόμματα της αντιπολίτευσης μπορούν να υιοθετούν την αμετροέπεια τόσο στις προγραμματικές δηλώσεις τους όσο και στην κριτική που διατυπώνουν, διότι δεν είναι υποχρεωμένα να συνυπολογίζουν τους πραγματιστικούς περιορισμούς που επιβάλλει στον προγραμματικό λόγο ενός κόμματος η ευθύνη ανάληψης της κρατικής εξουσίας. Ο ισχυρισμός αυτός περί «φυσιολογικής φθοράς» μπορεί να αποτελεί χρήσιμο άλλοθι για τα συστημικά δίπολα που διαχειρίζονται την πολιτική εξουσία, κρύβει όμως και μια διαπιστωμένη αλήθεια αναφορικά με το πώς η εξουσία αντί να αποτελεί μέσον για την επίτευξη ενός σκοπού και να προσαρμόζεται στις επιδιώξεις του κόμματος που την ασκεί, τελικά επιβάλλει τους όρους της και μεταλλάσσει τη φυσιογνωμία των κομμάτων που την διαχειρίζονται ανάλογα με τις «πραγματιστικές» επιταγές της.

Αυτό συνέβη στην περίπτωση του πάλαι ποτέ ριζοσπαστικού κινήματος των Οικολόγων-Πράσινων στην Γερμανία, οι οποίοι, έπειτα από τον θρίαμβο των «ρεαλιστών» στην μάχη για ηγεμονία στο εσωτερικό του κινήματος, επέλεξαν την κάθοδο στις εθνικές εκλογές σαν στρατηγική προώθησης της οικολογικής υπόθεσης. Παρά το γεγονός ότι κυβέρνησαν την Γερμανία επί σειρά ετών μετέχοντας σε μια κυβερνητική συμμαχία με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ουδεμία πρόοδος σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής τους θητείας στο οικολογικό ζήτημα, ενώ βαρύνονται ηθικά και με τους εγκληματικούς νατοϊκούς βομβαρδισμούς ενάντια στη Σερβία, τους οποίους υποστήριξαν με ενθουσιασμό.

Στο άλλο άκρο του ιδεολογικού φάσματος, η άνοδος στην εξουσία του αμετανόητου φιλοναζιστή και σφοδρού πολέμιου της ενωμένης Ευρώπης Γιόργκ Χάιντερ, προξένησε πολιτικό σεισμό στα ανώτερα διοικητικά κλιμάκια της ΕΕ και έδωσε λαβή για την ανάπτυξη μιας ακατάσχετης πολιτικής παραφιλολογίας σχετικά με την θρυλούμενη επιστροφή του φασισμού, την ανάδειξη της Αυστρίας σε «μαύρη» καρδιά της Ευρώπης, κλπ. Παρ’ όλα αυτά, ο λαϊκισμός του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας (FPO), αποδείχτηκε πως μόνο απειλή δεν ήταν για το σύστημα. Αφού ξέσπασε το μένος του στους μετανάστες, το FPO συμπεριφέρθηκε σαν υπάκουο σκυλάκι αναφορικά με τις θέσεις που υιοθέτησε σχετικά με την διατήρηση και ενίσχυση του συστημικού θεσμικού πλαισίου από το οποίο απορρέει η συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής δύναμης στα χέρια της υπερεθνικής ελίτ. Μάλιστα, ο Χάιντερ αποδείχτηκε τόσο εξυπηρετικός για το σύστημα που έπειτα από μια διετή παραμονή του στην εξουσία, ο κεντροδεξιός εταίρος του στην κυβέρνηση καγκελάριος Βόλφγκανγκ Σούσελ αισθάνθηκε αρκετά ασφαλής ώστε να διαλύσει τον κυβερνητικό συνασπισμό με το Κόμμα της Ελευθερίας. Ο Σούσελ είχε διαβλέψει (σωστά) πως απογοητευμένοι από την ατολμία και την έλλειψη ριζοσπαστισμού που επέδειξε το Κόμμα της Ελευθερίας, σε αντιδιαστολή με την φλογερή προεκλογική ρητορεία του, οι οπαδοί του θα το εγκατέλειπαν μαζικά και θα έστρεφαν τη διαμαρτυρία τους προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Όπως γράφει η Β. Γεωργιάδου, «με την ένταξη της στο σύστημα της διακυβέρνησης, [η ακροδεξιά] εκ των πραγμάτων εγκαταλείπει τον ακραία διαμαρτυρόμενο ιδεολογικό της (αντί-)λόγο, εγκαταλειπόμενη όμως και η ίδια από ένα σημαντικό κομμάτι των διαμαρτυρόμενων οπαδών της».[i]

Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του μετα-φασίστα Φίνι στην Ιταλία, ο οποίος υπέστη τέτοια ιδεολογική μεταμόρφωση που ανάγκασε τους νεοφασίστες οπαδούς του να τον αποκηρύξουν ως προδότη. Φυσικά, ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που ανήκει στην ετερόνομη πολιτική παράδοση και ως τέτοια είναι απολύτως συμβατή με τις συγκεντρωτικές εξουσιαστικές δομές που αποτελούν το υπόβαθρο της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας και του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Όμως, δεν παύει να είναι μια ακραία μορφή ετερονομίας, η οποία για να προσαρμοστεί στις προδιαγραφές του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού παραδείγματος και για να καταστεί «ανταγωνιστική» στην νεοφιλελεύθερη κομματική αγορά, χρειάστηκε να αποβάλλει κάποια βασικά στοιχεία από τον παραδοσιακό ιδεολογικό της πυρήνα (π.χ. συγκατάθεση Φίνι για την παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους μετανάστες).

Η διαφορά με τα πολιτικά ρεύματα που έλκουν την ιδεολογική καταγωγή τους από την παράδοση της αυτονομίας αλλά έχουν ενσωματωθεί στο κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως π.χ. οι Γερμανοί Πράσινοι, είναι ότι στην περίπτωση της ακροδεξιάς η εξουδετέρωση της ψήφου διαμαρτυρίας μπορεί να επιτευχθεί μέσω της μερικής αποδοχής των συντηρητικών λαϊκών αιτημάτων από τους κομματικούς σχηματισμούς του Κέντρου (π.χ. αστυνόμευση, καταπολέμηση της μετανάστευσης) χωρίς να υπάρχει φόβος ότι τα αιτήματα αυτά θα υπονομεύσουν το θεσμικό πλαίσιο κυριαρχίας της υπερεθνικής ελίτ. Ωστόσο, η ενσωμάτωση των ρευμάτων της αυτονομίας δεν είναι δυνατό να προχωρήσει χωρίς την μονομερή υπαναχώρηση των αντισυστημικών δυνάμεων και την άνευ όρων εγκατάλειψη κάθε αντισυστημικού οράματος για πολιτική αυτονομία, το οποίο εξορισμού βρίσκεται σε αντίφαση με τις θεσμισμένες δομές αντιπροσώπευσης και κυριαρχίας.

Άρα, αποτελεί χίμαιρα η πεποίθηση πως η εκλογική ενίσχυση των μικρών κομμάτων που ανήκουν στον χώρο της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για την επέκταση της πολιτικής ηγεμονίας του συστημικού νεοφιλελευθερισμού. Όπως είδαμε, κάτι τέτοιο προϋποθέτει την υιοθέτηση μιας στρατηγικής που απομακρύνεται από τις παραδοσιακές κρατικιστικές μορφές οικονομικής δημοκρατίας και την θεωρητική ικανότητα των αριστερών κομμάτων να αντιληφθούν την αναγκαιότητα κατάλυσης της μονολιθικής Κρατικής εξουσίας και των θεσμικών δομών που θέτουν καταναγκαστικά όρια στο πλαίσιο και το εύρος της δημιουργικής πολιτικής δράσης.

Γι’ αυτό και οι ελίτ φοβούνται και δυσανασχετούν με την αποχή, περισσότερο απ’ όσο τους φοβίζει η εκλογική ενίσχυση των μικρών κομμάτων. Διότι η αποχή εκφράζει υπόρρητα την απόρριψη από μέρους των πολιτών οποιασδήποτε μορφής πολιτικής αντιπροσώπευσης και διαμεσολάβησης των συλλογικών επιθυμιών και αναγκών τους. Άλλωστε η χρησιμότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος για τις ελίτ παραδοσιακά έγκειται στην ικανότητα του να απορροφά και να παρέχει θεσμικές διεξόδους στην κοινωνική δυσαρέσκεια, αποτρέποντας έτσι την πιθανότητα συστράτευσης των καταπιεσμένων τμημάτων της κοινωνίας σε αυτόνομους και αντισυστημικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Η εκτεταμένη αποχή έρχεται τώρα να θέσει αυτήν την ικανότητα του συστήματος υπό αμφισβήτηση και να γεννήσει προσδοκίες για μια νέα μορφή αμεσοδημοκρατικής πολιτικής, μακριά από τις τυποποιημένες ολιγαρχικές φόρμες της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού.




[i] P. Hainsworth, Η Ακροδεξιά (Αθήνα, 2004), σελ.28.

Monday, August 3, 2009

Τα Ελγίνεια Μάρμαρα και άλλα Συστημικά Παραμύθια


Πρόσφατα, έγιναν με κάθε επισημότητα οι εορτασμοί για τα εγκαίνια του νέου μουσείου της Ακρόπολης. Η ύπαρξη του νέου μουσείου προβλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση ως ισχυρό επιχείρημα που συνηγορεί υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα από την Αγγλία, που τα απέσπασε βιαίως τον 17ο αιώνα. Πλήθος επισήμων και κυβερνητικών αξιωματούχων από άλλα Κράτη κλήθηκαν να παραστούν στην τελετή. Η κυβέρνηση νόμιζε πως με αυτόν τον τρόπο θα αναζωπύρωνε την διεθνή εκστρατεία για τον επαναπατρισμό των μαρμάρων και θα έκανε επίδειξη δύναμης, παρατάσσοντας στο προαύλιο του μουσείου τους ισχυρούς συμμάχους που συμπαρίστανται στην Ελλάδα στον διπλωματικό αγώνα που έχει ξεκινήσει. Αναδρομικά κατέστη προφανές πως οι τετραπέρατοι πολιτικοί μας, εξαιτίας της ασχετοσύνης και ανικανότητας τους στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, δεν μπόρεσαν να κάνουν την διάκριση ανάμεσα στην εκτεταμένη συμπάθεια προς το ελληνικό αίτημα που εκδηλώνεται στο επίπεδο της διεθνούς κοινής γνώμης και την επίσημη διπλωματική στήριξη που η μία κυβέρνηση παρέχει στην άλλη στο επίπεδο των διακρατικών σχέσεων. Η Ελλάδα υπέστη διπλωματική ήττα την βραδιά των εγκαινίων καθώς ελάχιστοι από τους υψηλούς προσκεκλημένους της κυβέρνησης εδέησαν να εμφανιστούν στην τελετή. Επισήμως η κυβέρνηση και τα κατεστημένα ΜΜΕ δεν παραδέχτηκαν την ήττα, όμως ο προβληματισμός για τα αίτια που οδήγησαν στο διπλωματικό φιάσκο υπέβοσκε στα δημοσιεύματα της επόμενης μέρας που κάλυψαν την τελετή των εγκαινίων. Κατά την γνώμη μας, οι λόγοι που υπαγόρευσαν την μαζική απουσία των ξένων επισήμων από τα εγκαίνια, είναι οι ίδιοι που εξηγούν γιατί τα μάρμαρα δεν θα επιστραφούν ποτέ στην Ελλάδα όσο το αίτημα για επαναπατρισμό διατυπώνεται υπό την μορφή μιας διμερούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε δυο εξουσιαστικές πολιτικές ελίτ. Αυτοί οι λόγοι έχουν να κάνουν περισσότερο με την σκληρή πραγματικότητα που απορρέει από τις ιεραρχικές δομές κυριαρχίας του διεθνούς συστήματος και λιγότερο με την προσωπική εντιμότητα ή αξιοπρέπεια του Βρετανού πρωθυπουργού.
Τα μάρμαρα δεν θα επαναπατριστούν γιατί αν η Αγγλία δώσει την συγκατάθεση της τότε θα πρέπει να δεχτεί να επιστρέψει όλα τα υπόλοιπα αρχαιολογικά ευρήματα που κατά καιρούς λεηλάτησε από υποτελείς λαούς ανά την υφήλιο και τώρα κατέχουν περίοπτη θέση στο Βρετανικό Μουσείο. Εξάλλου κάτι τέτοιο θα συνιστούσε έμμεση παραδοχή του βάναυσου παρελθόντος του βρετανικού κράτους, μια συγκεκαλυμμένη αναγνώριση του ονείδους που επισύρει η πράξη της υφαρπαγής των μαρμάρων. Η Γαλλία, η Ιταλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι υπόλοιπες χώρες που μετέχουν στο κλαμπ των «μεγάλων δυνάμεων» δεν πρόκειται ποτέ να προσφέρουν στήριξη στο αίτημα, διότι αν έκαναν κάτι τέτοιο θα ήταν αναγκασμένες να αναλογιστούν την ντροπή που φωλιάζει στη δική τους ιστορία. Τα μουσεία, τα βουλεβάρτα και οι κρήνες τους είναι σύμβολα ενός ιστορικού μεγαλείου που κτίστηκε πάνω στην σφαγή, την βίαιη κατάκτηση και το πλιάτσικο. Αποτελούν διαχρονική υπόμνηση ότι οι εξουσιαστικές σχέσεις και το δίκαιο του ισχυρότερου ζουν και βασιλεύουν και ακόμη συνιστούν τις θεμελιώδεις ρυθμιστικές αρχές της κοινωνίας μας.
Μάλιστα, όπως συνέβη ιστορικά με κάθε εξουσία, οι δικοί μας εξουσιαστές φρόντισαν να περιβάλλουν εαυτούς με το κύρος του υπέρμαχου ενός υψηλού ιδανικού, παριστάνοντας τους φορείς μιας πολιτισμικής ανωτερότητας που δικαιολογεί την δύναμη και την υπεροχή τους. Η εξουσία αρέσκεται να μασκαρεύει την κτηνώδη φύση της και να κρύβεται πίσω από αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα, πίσω από τις λεπτές πινελιές των αριστουργημάτων της παγκόσμιας ζωγραφικής και από μνημειώδη καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Κηδεμονεύει τον πολιτισμό, αυτοπροβάλλεται ως θεματοφύλακας και συνεχιστής του, διότι αυτό της προσδίδει νομιμότητα. Διατείνεται πως έχει απορροφήσει τα αγαθά της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της κουλτούρας στην κοσμοθεωρία της και πως τα έχει ανασυνθέσει δημιουργικά εγκαθιστώντας μια αρμονική και δίκαιη τάξη πραγμάτων.
Δεν νοείται η μικρή και ασήμαντη Ελλάδα να απαιτεί την επιστροφή των μαρμάρων, διότι μια τέτοια στάση δεν συνάδει με την ταπεινή θέση του υφιστάμενου που της αναλογεί στο παγκόσμιο σύστημα ισχύος και την οποία έχει αποδεχτεί πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα. Τους θησαυρούς του πολιτισμού, μόνο ο ηγεμόνας δικαιούται να τους κρατά στο θησαυροφυλάκιο του. Με τα κριτήρια του «πολιτισμένου κόσμου» το ελληνικό αίτημα κρίνεται ως κοντόφθαλμα ρεβανσιστικό και σε τελική ανάλυση, χυδαία σοβινιστικό. Άλλωστε, ο πολιτισμός της αρχαίας Ελλάδας ενσαρκώνει αυτό που αποκαλούμε οικουμενικά ιδανικά τα οποία αποτελούν κομμάτι της παγκόσμιας κληρονομιάς της ανθρωπότητας. Πώς τολμά η επαρχιώτικη και άξεστη ντόπια ελίτ να απαιτεί την επιστροφή των μαρμάρων στην Ελλάδα, εγείροντας δικαιώματα κληρονομικής ιδιοκτησίας πάνω σε κάτι που από καιρού έχει κατοχυρωθεί σαν κτήμα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους; Μήπως η Βρετανία με την μακροβιότερη αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» στον κόσμο, με την πρωτοπορία που διατηρεί σε θέματα επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης και τα προοδευτικά κοινωνικά ήθη δεν είναι ο φυσικός συνεχιστής του αρχαιοελληνικού πνεύματος στην εποχή μας;
Αν οι σύγχρονοι έλληνες τυχαίνει να κατοικούν στην ίδια γεωγραφική περιοχή όπου κάποτε άνθιζε ο πολιτισμός του Λόγου, οι Βρετανοί και οι εταίροι τους της «πολιτισμένης» Δύσης είναι αυτοί που έχουν αναλάβει σήμερα να μεταλαμπαδεύσουν τις αξίες αυτού του πολιτισμού στην ημιάγρια περιφέρεια. Άλλωστε, οι Έλληνες ξεχνούν ότι την κλασσική αρχαιότητα την διδάχτηκαν μέσα από τα γραπτά των Άγγλων και των Γάλλων συγγραφέων του Διαφωτισμού. Ο Κοραής, ο Ρήγας και οι άλλοι μορφώθηκαν στην Δύση και απέκτησαν το ιδεολογικό τους υπόβαθρο και την κοσμοθεωρία τους διαβάζοντας Βολταίρο, Ντιντερό και Μοντεσκιε. Καμία ανάμνηση του κλασσικού πολιτισμού δεν διασώθηκε από τον θρησκευτικό σκοταδισμό της βυζαντινής περιόδου και οι ορθόδοξοι ρασοφόροι, όπως και οι καθολικοί ομόλογοι τους στην δυτική Ευρώπη, αγωνίστηκαν σκληρά προκειμένου να εξαφανίσουν κάθε ίχνος ελεύθερου αρχαιοελληνικού στοχασμού από τα υπό χριστιανική κατοχή ελληνικά εδάφη. Παραβλέπουμε σκόπιμα να αναφερθούμε στον Οθωμανό κατακτητή, διότι ακόμη και τότε που οι Έλληνες διαφωτιστές κατέφτασαν από το εξωτερικό για να κηρύξουν την ανάγκη εθνικής αφύπνισης κι έκαναν γνωστή την πρόθεση τους να εργαστούν για την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό, το συντηρητικό και εσωστρεφές θρησκευτικό κατεστημένο αποδείχτηκε ένας αντίπαλος εξίσου αποφασισμένος, θανάσιμος και δυνατός όσο και ο Τούρκος κατακτητής. Κάτω από την διοίκηση της Χριστιανικής Εκκλησίας οι έλληνες είχαν μετατραπεί σε έθνος απόκληρο, το οποίο έπασχε από ιστορική αμνησία. Οι έλληνες οπαδοί του διαφωτισμού υποχρεώθηκαν έτσι να διεξάγουν διμέτωπο αγώνα: έναν ένοπλο αγώνα ενάντια στον βάρβαρο Οθωμανικό στρατό κι έναν ιδεολογικό αγώνα για την απελευθέρωση της «ψυχής» του αναδυόμενου ελληνικού έθνους, ενάντια στα μεσαιωνικά κηρύγματα της ορθόδοξης εκκλησίας. Όμως, την ερμηνεία της σημασίας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στην εποχή της νεωτερικότητας και την μετουσίωση των αρχών του σε ένα νέο ηγεμονικό κοινωνικό παράδειγμα την δανείστηκαν από τους πρωτοπόρους ευρωπαίους στοχαστές, το μοντέλο των οποίων θέλησαν να εφαρμόσουν και στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Όλα τούτα οι αυθάδεις έλληνες τα παραβλέπουν και επιδεικνύουν αχαριστία και αγνωμοσύνη απαιτώντας να τους επιστραφεί μέρος μιας κληρονομιάς η οποία δεν είναι καν δικιά τους.
Από αυτήν την άποψη, οι «πολιτισμένοι» έχουν δίκιο. Δεν νομιμοποιείσαι να διεκδικείς επανασύνδεση με το «ένδοξο παρελθόν» αποδεχόμενος παράλληλα τους κανόνες του παιχνιδιού που σου έχουν επιβάλει ιστορικά οι κυρίαρχες δυνάμεις για να σε αποκόψουν από αυτό. Αν αποδεχτούμε πως η αντιπροσωπευτική «δημοκρατία» είναι η δημοκρατικότερη μορφή πολιτικής οργάνωσης που μπορεί να υπάρξει στην εποχή της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας και ότι ως πολίτευμα συγγενεύει φιλοσοφικά και ιδεολογικά με το ιδανικό της δημοκρατίας όπως αυτό εφαρμοζόταν στην αρχαία Ελλάδα, τότε οφείλουμε επίσης να αποδεχτούμε ότι τα πρωτεία φύλαξης των ελληνικών αρχαιολογικών θησαυρών ανήκουν δικαιωματικά στις ισχυρές αντιπροσωπευτικές «δημοκρατίες» σε Αμερική και Ευρώπη. Αν δεχτούμε ότι ο ατομισμός, η αποθέωση του προσωπικού συμφέροντος και η επιθετικότητα που συνεπάγεται η οικονομία της αγοράς πρέπει να συνιστούν τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες και ότι αυτές οι αξίες αποτελούν το απαύγασμα της ελληνικής φιλοσοφίας μεταφρασμένης στην σύγχρονη εποχή, τότε η θέση των αρχαιοελληνικών μνημείων βρίσκεται δικαιωματικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο όπου οι αξίες αυτές είναι κυρίαρχες και ηγεμονικές. Είναι αυτές οι αντιλήψεις πάνω στις οποίες οι δυτικές ελίτ θεμελιώνουν τον ισχυρισμό περί φιλοσοφικής συγγένειας και ιστορικής συνέχειας του ιδεολογήματος της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, με τις οποίες οφείλουμε να συγκρουστούμε και να έλθουμε σε ρήξη. Η πλαστότητα αυτών των ισχυρισμών και η διαστρέβλωση του κλασικού ιδανικού της αυτονομίας την οποία ενσαρκώνουν δεν μπορεί όμως να δειχτεί όταν παίρνουμε ως αφετηρία την ίδια ολιγαρχική μορφή πολιτεύματος και το ίδιο εξουσιαστικό κοινωνικό παράδειγμα.
Προκειμένου να θεμελιώσουμε κληρονομικό δικαίωμα όχι μόνο πάνω στα μάρμαρα του Παρθενώνα (ένα ζήτημα ουσιαστικά δευτερεύον και συμπτωματικό) αλλά στο σύνολο και την ουσία του κλασσικού ελληνικού πολιτισμού, οφείλουμε πρώτα να αναθεωρήσουμε την κουλτούρα μας και να υποστούμε έναν βαθύ πνευματικό μετασχηματισμό. Είναι ανάγκη να επανεκπαιδεύσουμε εαυτούς προκειμένου να νεκραναστήσουμε τον αρχαιοελληνικό τρόπο σκέψης και αντίληψης του κόσμου. Γι’ αυτό δεν αρκεί μια συναισθηματική επίκληση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την έννοια της χρησικτησίας του κοινού ελλαδικού ιστορικού χώρου. Χρειάζεται μια κολοσσιαία προσπάθεια που θα περικλείει δύο βασικές παραμέτρους, οι οποίες βρίσκονται σε σχέση οργανικής εξάρτησης η μία από την άλλη. Την δημιουργική αναθεώρηση και ανασύσταση των ελληνικών πολιτικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας σε μαζική κλίμακα και την αναβίωση της πρωτοκαθεδρίας του Λόγου που βρίσκουμε στην κλασσική ελληνική σκέψη.
Αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί παρά να πάρει την μορφή ενός επαναστατικού πολιτικού προγράμματος όπως αυτό που προτάσσει η Περιεκτική Δημοκρατία. Και αυτό γιατί η καλλιέργεια του ελεύθερου πνεύματος δεν συνεπάγεται την αφομοίωση έτοιμων γνώσεων και την εκπόνηση ενός εναλλακτικού συστήματος πεποιθήσεων και αξιών από κάποια «ανώτερη» πνευματική ελίτ, η οποία θα μεταφυτεύσει ύστερα την γνώση στις αμαθείς και παθητικές μάζες. Η ουσία του ελεύθερου πνεύματος συνίσταται στην σφαιρική καλλιέργεια των διανοητικών ικανοτήτων του ατόμου που θα εξασφαλίζουν την ικανότητα του για ανεξάρτητη εκμάθηση και την αυτόνομη πρόσληψη γνώσεων.[i] Με άλλα λόγια, η δημοκρατική αυτόνομη παιδεία θα στηριχτεί στην ενδυνάμωση των γνωστικών μέσων του ατόμου και όχι στην αφομοίωση κάποιου προκατασκευασμένου θεωρητικού συστήματος. Έτσι η αυτόνομη δημοκρατική παιδεία δεν είναι υπόθεση μιας απλής αλλαγής που θα επιβληθεί έξωθεν στο σύστημα εκπαίδευσης ή διδασκαλίας, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από την ελεύθερη συμμετοχή του πολίτη σε αντί-ιεραρχικούς, συλλογικούς θεσμούς, στην διαχείριση των οποίων θα κληθεί να συμβάλλει ο ίδιος, αναλαμβάνοντας τις ατομικές ευθύνες που του αναλογούν ως πολίτη σε ένα κοινωνικό-πολιτικό σύστημα ατομικού και συλλογικού αυτοκαθορισμού.
Υπό αυτήν την έννοια, το επίσημα διατυπωμένο αίτημα για επιστροφή των μαρμάρων, είτε συνιστά δείγμα μνημειώδους πολιτικής αφέλειας, αφού παραγνωρίζει τον παράγοντα της δύναμης (πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής) που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, είτε αποτελεί σκόπιμη απόπειρα υποδαύλισης εθνικιστικών παθών στο όνομα της επανόρθωσης της ιστορικής αδικίας που διέπραξε η Αγγλία, προκειμένου να πιστωθεί η ντόπια πολιτική ελίτ με την επίπλαστη νομιμότητα του ατρόμητου υπερασπιστή των ιστορικών «εθνικών δικαίων». Το ίδιο ισχύει και για όσους κόπτονται για την αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και αντιπαλεύουν την διαβρωτική πολιτιστική επίδραση του χριστιανισμού, χωρίς παράλληλα να αγωνίζονται για την κατάργηση του Κράτους και την ανασύσταση των αμεσοδημοκρατικών θεσμών. Σίγουρα δεν αρμόζει στην νεορατσιστική, καταναλωτική, ημιολοκληρωτική και περήφανα ολιγαρχική Βρετανία να οικειοποιείται τον ρόλο του θεματοφύλακα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Όμως, πόσο επίσης ξένος θα έμοιαζε ένας αρτιμελής Παρθενώνας, με ότι αυτός συμβολίζει, σε μία χώρα όπου κυριαρχεί ο ελληνοχριστιανικός σκοταδισμός, ο χυδαίος υλισμός και ο αδιάντροπος διασυρμός της πολιτικής στον βωμό της εξυπηρέτησης του ιδιωτικού συμφέροντος και του προσωπικού κέρδους.[ii]
Δυστυχώς, μέχρι οι λαοί να καταλύσουν τις δομές που ευνοούν τη συγκέντρωση δύναμης στο διεθνές επίπεδο (υπερεθνικές ενώσεις, διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, Κράτη) και να τις αντικαταστήσουν με μια παγκόσμια συνομοσπονδία λαϊκών συνελεύσεων άμεσης δημοκρατίας, μέσα στην οποία θα μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά με βάση την αλληλοβοήθεια και όχι τον ανταγωνισμό, οι σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο δεν θα εξαλειφτούν και θα συνεχίσουν να διαμορφώνουν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο δομείται το διεθνές σύστημα. Όταν επιτραπεί στους λαούς να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους και να καταργήσουν τους κάθε λογής «αντιπροσώπους» προκειμένου να έλθουν σε απευθείας επαφή, τότε μπορούμε να περιμένουμε ότι πολλά πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Άλλωστε, η ελεύθερα διαμορφωμένη λαϊκή θέληση διακρίνεται από μια φυσική ροπή προς την ειρηνική συνδιαλλαγή και συνεννόηση και σπάνια ταυτίζεται με τις επεκτατικές ορέξεις των ελίτ, όπως φαίνεται και από το ποσοστό 40% των Βρετανών που τάσσονται υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων (το αντίστοιχο ποσοστό κατά κυμαίνεται μόλις στο 16%).[iii] Μέχρι τότε ο επαναπατρισμός των μαρμάρων θα παραμείνει άλλο ένα συστημικό παραμύθι.



[i] «Η Παιδεία ως εκπαίδευση των πολιτών, περιλαμβάνει βασικά την ανάπτυξη της αυτενέργειας των πολιτών: χρησιμοποιεί δηλαδή την ίδια την αυτενέργεια ως μέσο εσωτερίκευσης των δημοκρατικών θεσμών και των συμβατών με αυτούς αξιών. Ο στόχος, επομένως, είναι να δημιουργήσει υπεύθυνα άτομα που έχουν εσωτερικεύσει την αναγκαιότητα των νόμων, δηλαδή, άτομα ικανά ν’ αμφισβητούν, να στοχάζονται και να διαβουλεύονται». Τ. Φωτόπουλος, «Κουλτούρα, Ιστορία και Παγκοσμιοποίηση», σ.17 (Περιεκτική Δημοκρατία, Γενάρης-Μάρτης 07).
[ii] Για του λόγου το αληθές, αρκεί να αναφερθούμε στο τελευταίο κρούσμα λογοκρισίας που επιβλήθηκε κατόπιν εντολής της παντοδύναμης Ιεράς Συνόδου, στην ταινία μικρού μήκους που ετοίμασε ο διεθνούς φήμης Κώστας Γαβράς για την τελετή εγκαινίων του νέου μουσείου της Ακρόπολης. Η Εκκλησία απαίτησε και πέτυχε το πετσόκομμα της ταινίας του Γαβρά όταν «είδαν στο φιλμ-ανιμέισιον του σκηνοθέτη ρασοφόρους χριστιανούς να σκαρφαλώνουν στις μετόπες του Παρθενώνα και να καταστρέφουν τα φειδιακά ανάγλυφα». (Γαβράς: Παρέμβαση λυπηρή για την Ελλάδα, Ελευθεροτυπία, 25-07-2009).
[iii] http://en.wikipedia.org/wiki/Elgin_Marbles

Friday, April 17, 2009

Αγορά, Κράτος και Κοινωνία στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς


Η Ικανοποίηση των Αναγκών στη Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

Σε μια καπιταλιστική οικονομία ανάπτυξης ο πρωταρχικός στόχος της θεμελιώδους οικονομικής μονάδας του συστήματος, δηλαδή της ιδιωτικής εμπορικής επιχείρησης, δεν είναι η επαρκής ικανοποίηση των κοινωνικών και ατομικών-καταναλωτικών αναγκών, όπως διατείνονται οι υπερασπιστές του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, αλλά η οικονομική αποτελεσματικότητα της επιχείρησης που διασφαλίζει την βιωσιμότητα της σε συνθήκες ανελέητου εμπορικού ανταγωνισμού. Η επιβίωση μιας ιδιωτικής επιχείρησης προϋποθέτει την μεγιστοποίηση του ποσοστού κέρδους και προκειμένου να συμβεί αυτό, πολύ φυσιολογικά δεν λαμβάνεται υπόψη το πραγματιστικό κριτήριο της κάλυψης των μετρήσιμων και πεπερασμένων αναγκών μιας σαφώς οριοθετημένης, και γι’ αυτό πραγματικής, κοινότητας πολιτών, αλλά το αφηρημένο κριτήριο της διαρκούς αύξησης της κατανάλωσης από ομάδες στόχευσης (target groups) που αποτυπώνονται μόνο μέσα από στατιστικούς δείκτες.

Η βαθειά συστημική κρίση που διανύουμε και τα οικονομικά μέτρα που υιοθετούνται από τις πολιτικές ελίτ για την αντιμετώπιση της, έχει καταστήσει σαφές πως στο πλαίσιο του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς οι όροι της σχέσης μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή ουσιαστικά αντιστρέφονται και γίνονται ακόμη πιο ετερόνομοι. Αντί ο παραγωγός να παράγει με βάση τις δημοκρατικά εκφρασμένες ανάγκες των πολιτών, κάτι που συνιστά τον πρωταρχικό λόγο ύπαρξης της σφαίρας της οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας, οι πολίτες καλούνται τώρα να καταναλώσουν για να στηρίξουν τις εταιρικές «ατμομηχανές» της οικονομικής ανάπτυξης που καταρρέουν. Αντί λοιπόν οι εταιρείες να υπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, το κοινωνικό σύνολο εξαναγκάζεται σε μια σχέση υποτέλειας απέναντι στις ιδιωτικές εταιρείες που ελέγχουν το σύνολο των μέσων παραγωγής και διανομής.

Αλήθεια, ποιός μπορεί να ξεχάσει την υστερία των ελληνικών καθεστωτικών ΜΜΕ τις ημέρες του Δεκέμβρη, όταν προέτρεπαν με αγωνία τον κόσμο να εκδράμει στην αγορά και να καταναλώσει για να προσφέρει «στήριξη» στις επιχειρήσεις, καθιστώντας έτσι προφανές ότι η μαζική κατανάλωση δεν συνιστά ελεύθερη ή δημοκρατικά ειλημμένη επιλογή, αλλά ετερόνομη καταναγκαστική πρακτική ενός ανορθολογικού συστήματος συγκέντρωσης οικονομικής δύναμης που επιβάλλεται δια της πολλαπλής βίας (οικονομικής, ιδεολογικής, ψυχολογικής) στους πολίτες του. Βλέπουμε επίσης, πώς η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς αποτελεί υποπροϊόν και δευτερεύουσα συνέπεια μιας γενικότερης τεχνοοικονομικής διαδικασίας που ανήκει στην «εξειδικευμένη» σφαίρα της οικονομικής επιστήμης και ονομάζεται Ανάπτυξη.

Η εκπλήρωση συγκεκριμένων αναπτυξιακών στόχων αποτελεί το αντικείμενο της οργανωμένης οικονομικής δραστηριότητας στο πλαίσιο της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, όχι ο ακριβής καθορισμός, η μέτρηση και η ικανοποίηση των βασικών αναγκών της κοινωνίας. Βέβαια, υποτίθεται πως ο μηχανισμός των τιμών παίζει τον ρόλο ενός αγωγού μεταβίβασης πληροφοριών από τους καταναλωτές στους κατόχους των μέσων παραγωγής και διανομής, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο αποκτούν συνείδηση των προτιμήσεων του καταναλωτή και προσαρμόζουν την παραγωγή τους ανάλογα με τις τάσεις που επικρατούν στην αγορά. Όμως, παρά το γεγονός πως οι πολυεθνικές εταιρείες εγκαθιδρύουν τοπικά παραρτήματα που ερευνούν και αξιολογούν χωριστά την κάθε εθνική αγορά στην οποία αναπτύσσουν τις δραστηριότητες τους, το συνολικό πλαίσιο λειτουργίας τους παραμένει η διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς, η οποία δεν ταυτίζεται με μια ζώσα κοινότητα ή έναν αυτόνομο δήμο ριζωμένο σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο με συγκεκριμένες και μετρήσιμες υλικές ανάγκες. Αντίθετα, αποτελεί μια ανοικτή υπερεθνική οικονομική σφαίρα, όπου οι επιμέρους τοπικοί και εθνικοί οικονομικοί χώροι ενσωματώνονται και συσχετίζονται μεταξύ τους μόνο ως μεταβλητές μέσα σε ένα γενικότερο επιχειρηματικό σχέδιο, μια οικονομική συνάρτηση που αποβλέπει στον κατά το δυνατόν εντοπισμό και καλύτερη εκμετάλλευση νέων εμπορικών ευκαιριών, στην ορθολογική κατανομή των επενδύσεων ανά την υφήλιο και τελικά στην μεγιστοποίηση του εταιρικού κέρδους.

Έτσι μπορεί κάποιος βάσιμα να υποστηρίξει πως ο θεμελιώδης στόχος της πολυεθνικής επιχείρησης δεν είναι εξωστρεφής και κοινωνικά προσανατολισμένος, με τον να αποβλέπει στην ικανοποίηση των προτιμήσεων του καταναλωτή. Η επιχείρηση είναι κατά βάση ένας εγωιστικός και εσωστρεφής οργανισμός, δηλαδή στοχεύει πρωτίστως στην επιβίωση, μεγέθυνση και επέκταση της εμπορικής κυριαρχίας της, μέσα από την εκπλήρωση αυτοαναφορικών τεχνοοικονομικών κριτηρίων όπως η κερδοφορία, τα μερίσματα μετόχων, η αύξηση του μεριδίου αγοράς, κλπ. Στο πλαίσιο λοιπόν του οικονομικού συστήματος της νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας, η επιχείρηση λειτουργεί και δραστηριοποιείται σε ένα παράλληλο οικονομικό σύμπαν που διέπεται από δικούς του εσωτερικούς νόμους και κανόνες λειτουργίας και πολύ λίγο συνδέεται με το πεδίο της πραγματικής κοινωνικής ζωής, στο οποίο αναδύονται, μορφοποιούνται και εκδηλώνονται οι πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες. Η Coca-Cola θεωρώ πως είναι το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της νεοφιλελεύθερης πολυεθνικής επιχείρησης που ενώ δεν εξυπηρετεί καμία πραγματική κοινωνική ή ατομική ανάγκη, παρ’ όλα αυτά, μπόρεσε μέσω της διαφήμισης και των προηγμένων τεχνικών μάρκετινγκ που χρησιμοποιεί να δημιουργήσει μια αγορά προώθησης του προϊόντος της και να πείσει τους καταναλωτές για μια επίπλαστη ανάγκη που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα των υλικών συνθηκών της ύπαρξης τους.

Σε ότι αφορά τον μηχανισμό των τιμών, παρ’ όλο που κατά μια έννοια λειτουργεί ως εργαλείο ροής πληροφοριών από τον καταναλωτή στον παραγωγό, ταυτόχρονα επιδρά και ο ίδιος στη διαθεσιμότητα ενός προϊόντος μέσω της αύξησης της τιμής. Το αποτέλεσμα είναι ότι καταγράφοντας αύξηση της ζήτησης, στην πραγματικότητα περιορίζει την ικανοποίηση της καταγεγραμμένης ανάγκης στη βάση κριτηρίων οικονομικής δύναμης, δηλαδή στα οικονομικά ισχυρά στρώματα της κοινωνίας. Έτσι, ενώ στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς έχουμε ίσως μια αντικειμενική καταγραφή των προτιμήσεων του καταναλωτή μέσω των τιμολογιακών διακυμάνσεων, δεν έχουμε όμως ικανοποιητική και δίκαιη κατανομή των αγαθών, αφού μόνο οι εύπορες τάξεις μπορούν να ικανοποιούν τις ανάγκες τους για αγαθά που παρουσιάζουν αυξημένη ζήτηση. Έτσι, φτάνουμε σε ένα ανορθολογικό σύστημα παραγωγής και κατανομής των αγαθών, στο πλαίσιο του οποίου όσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη της κοινωνίας για ένα συγκεκριμένο προϊόν, τόσο πιο περιορισμένα τα μέσα που έχει στη διάθεση της για να την ικανοποιήσει!


Το Κράτος στην Διεθνοποιημένη Οικονομία της Αγοράς

Πώς όμως διαμορφώνεται ο ρόλος του Κράτους στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας; Με βάση τα παραπάνω και με δεδομένο τον διαχωρισμό της οικονομίας από την κοινωνία και την υπαγωγή της τελευταίας στην σφαίρα της οικονομίας, που συντελείται μέσα από την εντατικοποίηση της ιστορικής διαδικασίας αγοραιοποίησης που τέθηκε σε κίνηση πριν από 200 περίπου χρόνια, είναι φανερό πως, ως κοινωνικός θεσμός, το Κράτος υποκύπτει στην πρωτοκαθεδρία του οικονομικού στοιχείου από το οποίο ετεροκαθορίζεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται σταδιακά όπως διατείνονται οι νεοφιλελεύθεροι. Σύμφωνα με τον Τ. Φωτόπουλο, το Κράτος διατηρεί τη σημασία του αφού έχει κρίσιμες λειτουργίες να επιτελέσει ως προς την διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του θεσμικού πλαισίου της ελεύθερης αγοράς. Γράφει ο Φωτόπουλος:

«[Το εθνικό κράτος] μάλιστα σήμερα παίζει κρίσιμο ρόλο, όχι μόνο στην δημιουργία των συνθηκών οικονομικής σταθερότητας που απαιτεί η απρόσκοπτη λειτουργία των αγορών, αλλά και στην επιβολή του «νόμου και της τάξης» που απειλούνται από τις αναπόφευκτες συγκρούσεις με τα λαϊκά στρώματα, τα οποία υφίστανται κυρίως τις συνέπειες της συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής εξουσίας».
[i]

Σε ότι αφορά τη διεθνή σφαίρα, το έθνος-κράτος επίσης παραμένει σημαντικό. Με τον ίδιο τρόπο που το Κράτος χρησιμοποιείται στο «εσωτερικό» για να «αντικειμενοποιήσει», δηλαδή να επιβάλλει, τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς ως κυρίαρχες / ηγεμονικές και να εντατικοποιήσει την διαδικασία αγοραιοποίησης, έτσι και στο «εξωτερικό» η πολιτική ισχύς του Κράτους πολλές φορές αξιοποιείται από τις οικονομικές ελίτ ως «συγκριτικό πλεονέκτημα» στον στίβο του υπερεθνικού εμπορικού ανταγωνισμού. Για να το πούμε διαφορετικά, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις των προηγμένων οικονομιών του Βορρά έχουν την δύναμη να επιστρατεύουν και να κινητοποιούν την γεωπολιτική ισχύ της εθνικής βάσης τους, προκειμένου να ενισχύσουν το συγκριτικό πλεονέκτημα τους και να επιβιώσουν σε ένα διεθνές περιβάλλον λυσσαλέου ανταγωνισμού.

Αυτό φαίνεται από τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που εκδηλώνονται κατά καιρούς στο εσωτερικό της υπερεθνικής πολιτικής ελίτ με αφορμή οικονομικά-εμπορικά ζητήματα. Για παράδειγμα, πρόσφατα ο Πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζύ άσκησε πολιτικές πιέσεις στην Ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να την εξαναγκάσει να προμηθευτεί εξοπλισμό από την γαλλική πολεμική βιομηχανία, αντί για την αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων γερμανικής προέλευσης. Παράλληλα, πριν ακόμη εκδηλωθεί η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία αναγκαστικά οδήγησε σε έναν μεγαλύτερο βαθμό ανάμειξης του κράτους στον τομέα της οικονομίας (με αποκλειστικό στόχο τη διάσωση με χρήματα των φορολογούμενων πολλών ιδιωτικών επιχειρηματικών κολοσσών από την χρεωκοπία), μια σειρά από δυναμικές κρατικές παρεμβάσεις διενεργήθηκαν από τις πολιτικές ελίτ των ισχυρών οικονομιών της ευρωζώνης σχεδιασμένες για να αποτρέψουν την εξαγορά και κατάληψη στρατηγικών τομέων των οικονομιών τους από ξένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ο Φωτόπουλος παραδέχεται ότι, «όσο ισχυρότερη είναι η ελίτ μιας χώρας στην παγκόσμια ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα της να ‘προστατεύει’ τα μέλη της που βρίσκονται περιστασιακά σε μειονεκτική θέση στον διεθνή ανταγωνισμό, όπως άλλωστε πάντα συνέβαινε».
[ii] Στη συνέχεια όμως διατυπώνει τον ισχυρισμό πως η τάση αυτή στρέφεται αποκλειστικά ενάντια στην εμπορική διείσδυση Κινεζικών και Ρωσικών εταιρειών που επιχειρούν να αντισταθμίσουν την μονομερή εξάρτηση τους μέσω της εξαγοράς δυτικών εταιριών. Παρ’ όλο που πράγματι αποτελεί πάγια τακτική της υπερεθνικής ελίτ να υψώνει πολιτικά εμπόδια στην επέκταση της οικονομικής ισχύος των ανερχόμενων εμπορικών εταιρειών του Νότου, οφείλουμε εδώ να διευκρινίσουμε πως η παρατήρηση μας δεν αφορά τον «νέο προστατευτισμό» όπως ερμηνεύεται από τον Φωτόπουλο, αφού οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην οικονομία με την έννοια του λεγόμενου «οικονομικού πατριωτισμού» δεν στρέφονται αποκλειστικά εναντίον των Κινεζικών ή Ρωσικών εταιρειών. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφερθούμε στην περίπτωση της γαλλικής εταιρείας ενέργειας και υδάτων Suez, η οποία με πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης συγχωνεύτηκε με την κρατική Gaz de France προκειμένου να προστατευτεί από ενδεχόμενη επιθετική εξαγορά της από την ιταλικών συμφερόντων Enel.[iii]

Τέτοιες ενέργειες είναι φαινομενικά ασύμβατες με τον ισχυρισμό ότι οι πολυεθνικές, όχι τα κράτη, συνιστούν την βασική οικονομική μονάδα στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Σίγουρα είναι σημαντική η λεπτή εννοιολογική διάκριση που εισάγει ο Φωτόπουλος ανάμεσα στην υπερεθνική επιχείρηση, ως ακρατικό σώμα που λειτουργεί σε έναν χώρο χωρίς σύνορα, και την πολυεθνική επιχείρηση, που εν πολλοίς αντανακλά την διάκριση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και την διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς.
[iv] Όμως και οι δύο θέσεις εκκινούν από την αφετηρία μιας δομικής αλλαγής στην διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία σύμφωνα με την ανάλυση της ΠΔ, συνεπάγεται πως η υπερεθνική ελίτ αντλεί την δύναμη της από την αναπαραγωγή και ενίσχυση του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και άρα, ταυτίζεται ολοένα και λιγότερο με έναν «εθνικό» οικονομικό χώρο.

Κατά τη γνώμη μου, η ασυμβατότητα είναι απλώς φαινομενική και οφείλεται στο γεγονός πως στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν οργανικό τμήμα και προέκταση μιας εθνικής καπιταλιστικής οικονομίας με επίκεντρο το έθνος-κράτος, αλλά αντίθετα τα Κράτη ενεργούν στο πολιτικό επίπεδο ως εντολοδόχοι του πολυεθνικού κεφαλαίου, επιστρατεύοντας την διπλωματική και γεωπολιτική ισχύ τους ως μέτρο επικουρικό προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικών τμημάτων της υπερεθνικής οικονομικής ελίτ. Με άλλα λόγια, η μεταπολεμική λειτουργική σχέση που ίσχυε ανάμεσα στο Κράτος και το Κεφάλαιο συνεχίζει να υπάρχει, αλλά με αντεστραμμένους όρους. Η διεθνοποίηση της οικονομίας τροποποίησε δραματικά τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης και δημιούργησε μια αποφασιστική ασυμμετρία δύναμης υπέρ του οικονομικού στοιχείου. Στο εσωτερικό, αυτή η εξέλιξη επέφερε την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων στην αγορά, την εντατικοποίηση της διαδικασίας αγοραιοποίησης και την κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Στο εξωτερικό, η αυτονομία του έθνους-κράτους περιορίστηκε και η «εθνική» εξωτερική πολιτική υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε υποβοηθητικό μηχανισμό από την μία, για την αναπαραγωγή και εξάπλωση των διεθνοποιημένων δομών της οικονομίας της αγοράς μέσω των κύριων υπερεθνικών θεσμών (π.χ. ΝΑΤΟ), και από την άλλη για την υποστήριξη της εμπορικής δραστηριότητας των επιμέρους τοπικών ελίτ.

Γι’ αυτό και η Αμερικανική κυβέρνηση δεν διστάζει να λαμβάνει πολιτικά μέτρα υπεράσπισης του αμερικανικού πολυεθνικού κεφαλαίου, όταν όμως καλεί τις αμερικανικές επιχειρήσεις να συνταχθούν πίσω από μια κυβερνητική γραμμή παγώματος επενδύσεων και οικονομικών αντιποίνων ενάντια σε κράτη που αντιστέκονται στην πολιτική ηγεμονία της Νέας Τάξης, σε πολλές περιπτώσεις οι πολυεθνικές εταιρείες δυσανασχετούν ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Πράγματι, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από στοχαστές εχθρικούς προς το πρόταγμα της αυτονομίας όπως ο αντιδραστικός Samuel Huntington, ο οποίος εκφράζει την απογοήτευση του και προειδοποιεί για την έλλειψη «πατριωτισμού» και την απουσία εθνικού φρονήματος που επιδεικνύουν ολοένα και περισσότερο τα κοσμοπολίτικα επιτελεία των Αμερικανικών πολυεθνικών εταιρειών, πράγμα που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ενσωμάτωση της Αμερικανικής οικονομικής ισχύος σε μια εθνική στρατηγική για την πάταξη φαινομένων ανυπακοής από κράτη-παρίες. Γράφει ο Huntington:

«Την δεακετία του 90, εταιρείες όπως η Ford, Aetna, Motorola, Price Costco και Kimberly-Clark απέρριψαν με έμφαση την πρόταση του Ραλφ Νέιντερ που τις κάλεσε να δείξουν τον πατριωτισμό τους, ορίζοντας με σαφήνεια τον εαυτό τους ως πολυεθνικές. Οι εταιρείες που έχουν τη βάση τους στην Αμερική αλλά δραστηριοποιούνται ανά την υφήλιο, στρατολογούν το εργατικό δυναμικό τους και τα στελέχη τους, ακόμη και τα κορυφαία, χωρίς να υπολογίζουν την εθνικότητα τους. Η CIA, όπως είπε ένας από τους αξιωματούχους της το 1999, δεν μπορεί πλέον να υπολογίζει στη συνεργασία των αμερικανικών εταιρειών, γιατί οι εταιρείες βλέπουν τον εαυτό τους ως πολυεθνικές και μπορεί να θεωρούν πως η παροχή βοήθειας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν προάγει τα συμφέροντα τους».
[v]

Με άλλα λόγια, η πολιτική εξουσία δεν είναι σε θέση πλέον να εκμαιεύσει την συμμόρφωση και να υπαγορεύσει πολιτικές στην οικονομική εξουσία στο όνομα μιας πολιτικής που προωθεί ένα ανύπαρκτο ουσιαστικά «εθνικό» συμφέρον
[vi]. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα και τη διάρρηξη του δομικού δεσμού ανάμεσα στο Κράτος και την οικονομική ελίτ. Απλώς υπογραμμίζει την ετεροβαρή σχέση που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στα δύο είδη εξουσιών στην νεοφιλελεύθερη φάση της νεωτερικότητας. Ήταν οι ξιφολόγχες του πανίσχυρου στρατού των ΗΠΑ που επιστρατεύτηκαν για να διανοίξουν ένα νέο πεδίο επενδυτικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας για τις Αμερικανικές ιδιωτικές εταιρείες, μέσω της εισβολής στο Ιράκ και της κατοχής των Ιρακινών πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Παρομοίως, η Γαλλική κυβέρνηση εμφανίστηκε λαλίστατη και άκρως διεκδικητική στα ανακτοβούλια του ΟΗΕ, στην προσπάθεια της να προασπίσει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των ιρακινών αποθεμάτων πετρελαίου από Γαλλικές πολυεθνικές που είχαν συνάψει σχετικές συμβάσεις με το μπααθικό καθεστώς. Είναι άλλωστε η κρατική εξουσία που παρέχει τα θεσμικά εχέγγυα και την εγγύηση του κρατικού μονοπωλίου της βίας, μέσω των οποίων συντελείται η αποκρυστάλλωση των υποκειμενικών τάσεων που γεννιούνται και αναδύονται στο πεδίο της Κοινωνικής Πάλης και η μετατροπή τους σε αντικειμενικές τάσεις με θεσμική ισχύ, που ενέχουν το στοιχείο του εξαναγκασμού, στα πλαίσια της ετερόνομης νεοφιλελεύθερης νεωτερικότητας.

Το 1953, ο επικεφαλής της General Motors είχε δηλώσει ευθαρσώς, «ότι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική»
[vii]. Συμπερασματικά, θα μπορούσε να πει κανείς πως στις μέρες μας η ρήση αυτή περιγράφει ανάγλυφα την σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική εξουσία και έχει αποκτήσει καθολική οικουμενική ισχύ.



[i] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 185-6.
[ii] Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ. 186.
[iii] Tim Franks, Patriotism and protectionism in the EU,
http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/4837150.stm.

[iv] T. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: Δέκα Χρόνια Μετά (Ελεύθερος Τύπος), σελ.96.
[v] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts.
[vi] Κάτι που ισχύει και στην περίπτωση των ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται και ελέγχουν μεγάλο μέρος της οικονομίας των Σκοπίων, οι οποίες όμως δεν δέχονται να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πίεσης προς την ΠΓΔΜ, προκειμένου να εξαναγκαστεί να συναινέσει στις ελληνικές διπλωματικές διεκδικήσεις.
[vii] S. Huntington, Dead Souls: The Denationalization of the American Elite, http://www.freerepublic.com/focus/news/1111567/posts.

Saturday, March 14, 2009

Μεταμοντέρνος VS Κλασικός Αναρχισμός


«Το να οργανωθούν οι δυνάμεις του λαού για να πραγματοποιηθεί η επανάσταση είναι ο μοναδικός σκοπός εκείνων που ειλικρινά επιθυμούν την ελευθερία».
Μιχαήλ Μπακούνιν

Στο προηγούμενο άρθρο μου επιχείρησα να κάνω μια συνολική ανασκόπηση του ρόλου που έπαιξαν οι αναρχικοί στην εξέγερση του Δεκέμβρη από κριτική σκοπιά με βάση τις αντιλήψεις και τις παραδοσιακές επιδιώξεις του κλασικού αναρχισμού, όπως αυτές ανασυνθέτονται στο σύγχρονο θεωρητικό πλαίσιο της Περιεκτικής Δημοκρατίας (ΠΔ). Οι επιδιώξεις αυτές και τα κριτήρια που χρησιμοποίησα για να αξιολογήσω την κατάσταση του «χώρου» μετά τον Δεκέμβρη, δεν εκπορεύονται τόσο από στενές ιδεολογικές αντιλήψεις αναφορικά με το ποιά οφείλει να είναι η «ιδεατή» κατάσταση ενός πολιτικού κινήματος, όσο από τον αυτονόητο απώτερο στόχο της διάδοσης των αναρχικών ιδεών σε ευρεία κοινωνική κλίμακα, της μαζικοποίησης του «κινήματος» στον βαθμό που να μπορεί να αμφισβητήσει ευθέως την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και να γίνει αρκετά ισχυρό ώστε να απαιτήσει την κατάργηση του Κράτους και των εξουσιαστικών σχέσεων στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Διότι ανεξάρτητα από τον κλάδο αναρχικής σκέψης στον οποίο ανήκει ο καθένας μας, δεν νομίζω ότι υπάρχει αναρχικός ακτιβιστής ο οποίος μάχεται χωρίς να έχει στην άκρη του μυαλού του την τελική επικράτηση της Αναρχίας, με την έννοια της κατάλυσης του Κράτους και του χρήματος και της αντικατάστασης τους από μια δημοκρατική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Έχοντας αυτήν την παραδοχή κατά νου και σαν κριτήριο «μέτρησης» της αναρχικής δράσης κατά την εκρηκτική περίοδο του Δεκέμβρη, έβαλα ζητήματα όπως η επέκταση των ορίων του αναρχικού χώρου σε νέες κοινωνικές κατηγορίες, ο εμπλουτισμός του αναρχικού χώρου με νέους ακτιβιστές, η δημιουργία ισχυρών και ανθεκτικών κινηματικών θεσμών και η ανύψωση της συνειδητοποίησης των αγωνιστών. Κατέληξα πως σε όλα αυτά τα σημεία ο χώρος υστερεί διότι οι αναρχικές συλλογικότητες πάσχουν από το μεταμοντέρνο φοβικό σύνδρομο των «μεγάλων αφηγήσεων» που υιοθετεί την σκόπιμη έλλειψη οργάνωσης, την πολυδιάσπαση και την ρητή άρνηση επεξεργασίας ενός εναλλακτικού πολιτικού οράματος που θα αντικαταστήσει τους υπάρχοντες θεσμούς, ως τον καλύτερο τρόπο για να αποφευχθεί η δημιουργία μιας πρωτοπορίας ή μιας νέας συγκέντρωσης εξουσίας μέσα στο «κίνημα».

Και λέω μεταμοντέρνο γιατί καμία από όλες αυτές τις θεωρητικές επιφυλάξεις δεν υπάρχει στην θεωρία και την πρακτική του κλασικού αναρχισμού (Μπακούνιν, Κροπότκιν, Μαλατέστα), την οποία οι μεταμοντέρνοι αναρχικοί παραδόξως ισχυρίζονται ότι αποδέχονται! Αυτές οι ιδεοληψίες που απαιτούν την καθολική απόρριψη των οργανωτικών και ιδεολογικών δομών ενός αυθεντικού πολιτικού κινήματος στον βωμό μιας αχαλίνωτης, ατομικιστικής και χωρίς νόημα «ελευθεριακότητας», ευθύνονται κατά την άποψη μου για την τωρινή περιθωριοποίηση του αναρχικού χώρου αφού προδιαγράφουν στην πράξη τα όρια της εξάπλωσης του στο κοινωνικό σώμα και την ποιότητα της επαφής του με την κοινωνία. Και όπως έχω ξαναγράψει, η Αναρχία δεν νοείται ως μειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα. Κατέληξα με μια πρόταση για εγκατάλειψη της αρχής της ομοφωνίας, συνομοσπονδιοποίηση των συνελεύσεων και έναρξη μιας διαδικασίας συλλογικής επεξεργασίας και διαμόρφωσης προτάσεων για την εγκαθίδρυση εναλλακτικών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών θεσμών βασισμένων στις θέσεις που έχουν ήδη περιγραφεί μέσα στο θεωρητικό σχήμα της Περιεκτικής Δημοκρατίας που πιστεύω πως συνιστά την ιδανική αφετηρία για ένα παρόμοιο εγχείρημα. Είμαι της γνώμης ότι αυτά τα πρακτικά μέτρα θα βοηθήσουν για να φτιαχτεί ένα συνεκτικό, αλλά ταυτόχρονα μαζικό και αποκεντρωμένο αναρχικό κίνημα νέου τύπου, όπου η κάθε συνιστώσα θα διατηρεί την αυτονομία της λειτουργώντας παράλληλα στα πλαίσια ενός ενιαίου σκοπού και προγράμματος.

Από κάποιους οπαδούς του μεταμοντέρνου αναρχισμού διατυπώθηκαν οι γνωστές αντιρρήσεις ότι η ανάλυση μου είναι υπεριστορική διότι θέτει πολύ ψηλά τον πήχη παραβλέποντας την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αναρχικός χώρος σήμερα. Όμως, η προσέγγιση μου δεν παίρνει την κατάσταση αυτή ως δεδομένη και οι προτάσεις μου αποβλέπουν ακριβώς στο να αλλάξει η κατάσταση αυτή μέσα από την καταπολέμηση των ιδεοληψιών μας και την αναθεώρηση της μεθοδολογίας μας που εν πολλοίς ευθύνεται για την αδυναμία στην οποία έχει περιέλθει το κίνημα. Άλλες κριτικές που εκφράστηκαν αφορούσαν επιφυλάξεις σχετικά με τη δημιουργία «πρωτοποριών», το «καπέλωμα» ελεύθερων κινήσεων πολιτών από θεωρητικούς της επανάστασης με ετοιματζίδικες λύσεις, όσο και τις νέες σχέσεις που αναπτύχθηκαν τον Δεκέμβρη, οι οποίες σύμφωνα με αυτή τη λογική θα αποτελέσουν σημείο εκκίνησης για κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο απ’ αυτά που έχει καταφέρει ο χώρος μέχρι σήμερα.

Ως προς το επιχείρημα του καπελώματος, η Περιεκτική Δημοκρατία δεν προτείνει την ιδιοποίηση ή την κηδεμονία μιας ελεύθερης κίνησης πολιτών από οποιαδήποτε παράταξη. Αυτό που λέει είναι πως αν πιστεύουμε στην αυτοκυβέρνηση θα έπρεπε να παλεύουμε με μοναδικό όπλο την πειθώ και τα επιχειρήματα μας να δημιουργήσουμε μόνιμους, σταθερούς και ισχυρούς θεσμούς τους οποίους θεωρούμε συμβατούς με αυτόν τον στόχο. Δεν βλέπω με ποιόν τρόπο η σύσταση λαϊκών συνελεύσεων, η ενσωμάτωση τους σε ένα ενιαίο κίνημα ικανό να απαιτήσει την κατάργηση του Κράτους (που μπορεί να γίνει μόνο μέσω μιας συνομοσπονδιακής δομής, αν η κάθε συνέλευση θέλει να διατηρήσει την αυτονομία της) και η ενίσχυση της δύναμης τους κόντρα στο Κεφάλαιο μέσα από την οργάνωση της οικονομικής ζωής γύρω από αντικαπιταλιστικές αρχές, συνιστά «καπέλωμα». Αν οι πολίτες συμφωνήσουν και εγκρίνουν ένα τέτοιο πρόγραμμα ενδυνάμωσης και δικτύωσης των συνελεύσεων, έχει καλώς. Αυτό προτείνει η ΠΔ όχι να γίνει η οποιαδήποτε κίνηση «ιδιοκτησία» κανενός. Αν οι ακτιβιστές είναι αφοσιωμένοι στον θεσμό (την συνέλευση) και όχι σε οποιαδήποτε πολιτική ομάδα και το πολιτικό όραμα τους αποκλείει την πιθανότητα παραχώρησης θεσμικής εξουσίας σε οποιαδήποτε ηγετική ομάδα (ακόμη και στους ίδιους), τότε δεν υπάρχει κίνδυνος ελιτίστικης παρέκκλισης ή δημιουργίας ιεραρχιών.

Αν ούτε αυτό είναι συμβατό με τη σύγχρονη αναρχική κοσμοθεωρία, τότε οι ελευθεριακές συλλογικότητες απλώς παραιτούνται από το δικαίωμα τους να έχουν άποψη και να την υπερασπίζονται. Δεν γίνεται όμως από την μία να ασκούμε κριτική σε αυτό που υπάρχει στο όνομα κάποιων αρχών και από την άλλη να φοβόμαστε να διατυπώσουμε ένα σαφές όραμα για το μέλλον και για μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που θα μετουσιώνει τις αρχές αυτές σε πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μου και η «μη-ιδεολογία», ιδεολογία είναι, αφού αν δεν ήταν δεν θα μπορούσε να έχει συναίσθηση ότι υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της «ξένης» ιδεολογίας και των δικών της, επίσης κλειστών, πνευματικών ορίων (δηλαδή, που τελειώνει η «μη-ιδεολογία» και ξεκινά η «ιδεολογία»). Από τη στιγμή που χρησιμοποιείται ως κριτήριο πολιτικής ταυτότητας και οριοθετεί τον δικό της πολιτικό χώρο, η υποτιθέμενη μη-ιδεολογία» ιδεολογικοποιείται και επιβάλει τους δικούς της κανόνες και σύνορα.

Σίγουρα η ΠΔ έχει επηρεάσει τις αντιλήψεις μου όμως για μένα το κομβικό σημείο ήταν τα γεγονότα του Δεκέμβρη τα οποία θεωρώ πως αποκάλυψαν τα έμφυτα όρια του αναρχικού κινήματος με την μορφή που αυτό έχει σήμερα. Το γεγονός είναι πως το κοινωνικό ξέσπασμα που συνέβη ήταν τόσο ισχυρό που για μεγάλο διάστημα επιβίωσε ουσιαστικά αυτοτροφοδοτούμενο, χάρη στη διάχυτη απέχθεια που τρέφει η κοινωνία προς το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο (Κράτος, οικονομία της αγοράς). Μέσα σε αυτές τις εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες το αναρχικό ρεύμα δεν μπόρεσε με την μεθοδολογία του να ανοίξει ένα παράθυρο στο μέλλον. Όσοι πιστεύουν στον αυθορμητισμό δεν νομίζω πως μπορούν να ελπίζουν σε καλύτερες συνθήκες από αυτές του Δεκέμβρη. «Καλύτερες» με την έννοια της προσωρινής κατάρρευσης των κοινωνικών θεσμών, της ευκαιρίας για διάδοση των αναρχικών ιδεών και διείσδυσης τους σε νέα κοινωνικά στρώματα. Όμως, η πολυπόθητη εξέγερση ήρθε και παρήλθε και η κοινωνία δεν είναι πιο κοντά στα αναρχικά ιδανικά απ’ ότι ήταν πριν τον Δεκέμβρη. Ο εξεγερσιακός αναρχισμός της άμεσης δράσης πέτυχε μόνο εφήμερες νίκες και δεν μπόρεσε να κάνει αυτό που επαγγέλλεται, να «γονιμοποιήσει» δηλαδή τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια προς όφελος της δημιουργίας αντι-εξουσιαστικών κοινωνικών θεσμών. Άρα μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε ορισμένα πράγματα σε ότι αφορά την μεθοδολογία και τις αρχές μας;

Σε ότι αφορά τα περί «υπεριστορικής» ανάλυσης που δήθεν αναφέρεται σε μια «ουτοπική», με την έννοια του απραγματοποίητου, ιδεατή κοινωνία, που αποτελεί ένα αποκύημα φαντασίας χωρίς στέρεες βάσεις στην υλική πραγματικότητα, έχω να πω ότι, όπως έγραψα και στο προηγούμενο άρθρο, παίρνω ως αφετηρία της κριτικής μου την εναλλακτική μορφή κοινωνικής οργάνωσης που περιγράφεται στην ΠΔ. Το κοινωνικό μοντέλο της ΠΔ δεν εκφράζει μια υπεριστορική ουτοπία, ούτε με την έννοια μιας κοινωνίας που θα απαρτίζεται από «αγγέλους» που θα ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους αποκλειστικά και μόνο βάσει της καλής τους προαίρεσης, ούτε από την άποψη μιας κοινωνίας υπεραφθονίας όπου όλα τα αγαθά θα παράγονται χωρίς κόπο και θα διανέμονται απολύτως ελεύθερα στα μέλη της. Η ΠΔ μιλά για αυτοκυβέρνηση με την έννοια της ισοκατανομής της πολιτικής δύναμης μεταξύ των πολιτών, της ελεύθερης θέσμισης νόμων από τις δημοτικές συνελεύσεις και της ανάκλησης τους σε περίπτωση που η συνέλευση κρίνει πως ένας νόμος ξεπέρασε τη χρησιμότητα του και δεν εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες της κοινότητας, πάντα μέσα από την ορθολογική πρακτική της διαβούλευσης και της πειθούς. Ουσιαστικά, πρόκειται για το πρότυπο μιας σύγχρονης αναρχικής πολιτείας, της αναρχίας εφαρμοσμένης σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Το στοιχείου του καταναγκασμού δεν υπάρχει πουθενά αφού μέσα σε αυτό το θεωρητικό μοντέλο υπάρχει πρόβλεψη ακόμη και για την αυτοκατάργηση της συνέλευσης (!). Η αρχή της εθελοντικής συνομοσπονδίας των δήμων εγγυάται πως κανένας δήμος δεν θα υποχρεωθεί να μείνει εντός της συνομοσπονδίας ενάντια στη δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση του, ενώ η αναγόρευση της συνέλευσης σε υπέρτατη δημοκρατική αρχή, συνεπάγεται το αναφαίρετο δικαίωμα της κάθε τοπικής συνέλευσης να τροποποιήσει το αρχικό μοντέλο ανάλογα με τα ζητήματα, τα προβλήματα και τις ανάγκες των πολιτών που ανακύπτουν στην πράξη, με την προϋπόθεση οι τροποποιήσεις αυτές να μην αντιβαίνουν τις αρχές που βρίσκονται στον φιλοσοφικό πυρήνα της περιεκτικής δημοκρατίας (ισοκατανομή πολιτικής-οικονομικής δύναμης, αυτονομία, άμεση δημοκρατία).

Δεν μπορώ να δεχτώ τον τυπικό αφορισμό των μεταμοντέρνων αναρχικών πώς από τη στιγμή που συζητάμε για μαζικοποίηση, για δημιουργία κινήματος και για ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης συμβατό με τις αρχές του αναρχισμού, διατρέχουμε τον κίνδυνο να «ιδεολογικοποιήσουμε» τους κοινωνικούς αγώνες. Οι κατά τόπους αναρχικές ομάδες συγκροτούνται, δραστηριοποιούνται και παρεμβαίνουν εμπνεόμενες από το αξιακό τους σύστημα, που σε τελική ανάλυση δεν είναι άλλο από την ιδεολογική πλατφόρμα του αναρχισμού. Μια απολύτως αποϊδεολογικοποιημένη παρέμβαση ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν πολιτικό σκοπό, ούτε θα διέθετε κάποιο ορθολογικό κριτήριο επιλογής αναφορικά με το ποιες πρωτοβουλίες αξίζουν να τύχουν συμπαράστασης από τον αναρχικό χώρο (π.χ. πάρκο Λέλας Καραγιάννη). Η πλήρης αποπολιτικοποίηση συνιστά ιδεολογικό υπόβαθρο του εθελοντισμού, όχι του πολιτικού ακτιβισμού. Αντίθετα, η ενεργή παρέμβαση και η διατύπωση προτάσεων με σκοπό το βάθεμα και την παγίωση των υλικών και ηθικών προϋποθέσεων της κοινωνικής χειραφέτησης είναι κατά την άποψη μου η ουσιαστική διάσταση ενός έντιμου πολιτικού ακτιβισμού και συνιστά επιστροφή στις αρχές του κλασικού αναρχισμού. Αυτήν την ταυτότητα νομίζω πως έχει απολέσει ο μεταμοντέρνος αναρχικός χώρος. Φυσικά η παρέμβαση μπορεί να μεταχειρίζεται μόνο το «όπλο» του διαλόγου και της πειθούς και ή θα υιοθετηθεί ελεύθερα από την πλειοψηφία, η οποία ύστερα θα κληθεί να τη διαχειριστεί ορθολογικά και υπεύθυνα, ή καλύτερα να μην υιοθετηθεί καθόλου γιατί θα καταλήξει σε ένα ακόμη εξουσιαστικό εγχείρημα. Αυτός κατά τη γνώμη μου είναι και ο λόγος που οι απόπειρες που έχουν γίνει για την ανάπτυξη μιας «ελευθεριακής παιδείας» μέσα στο ελληνικό φοιτητικό κίνημα δεν απέδωσαν καρπούς. Γιατί χωρίς παράλληλο πρόγραμμα για μια αναρχική «πολιτεία» στερείται νοήματος και εμφανίζεται ως πολυτέλεια όταν δεν αποτελεί τμήμα ενός πολιτικού κινήματος που θα επιχειρήσει να ανατρέψει το παρόν θεσμικό πλαίσιο, αντί να συμβιώνει και να υπάρχει μέσα σε αυτό.

Το βασικό ζητούμενο λοιπόν είναι πώς θα ξεπεράσουν οι αναρχικές ιδέες την γκετοποίηση τους και πως θα δημιουργήσουν μια σταθερή σχέση με την κοινωνία, γιατί από τη φύση τους οι αναρχικές ιδέες είναι πλειοψηφικές. Προϋποθέτουν δηλαδή την εμπλοκή και αυτόνομη συμμετοχή της πλειοψηφίας των πολιτών στις μελλοντικές δομές της αναρχικής κοινωνίας, όποιες κι αν είναι αυτές. Εξ’ ου και η συγκρότηση ενός κινήματος. Γιατί πιστεύω πως μόνο ένα κίνημα, αποκεντρωμένο και συνομοσπονδιοποιημένο όπως αυτό που προτείνει η ΠΔ μπορεί να κινητοποιήσει, να συντονίσει και να συναρμόσει την πολιτική δράση αυτόνομων συνελεύσεων.

Όσο για τις «νέες σχέσεις» που δημιουργήθηκαν τον Δεκέμβρη, αυτήν την ανατομία των σχέσεων προσπάθησα να κάνω στο προηγούμενο άρθρο μου και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πουθενά δεν διαφαίνεται η ποιοτική αναβάθμιση στις επαφές του χώρου με την υπόλοιπη κοινωνία και η ανάπτυξη μιας μόνιμης σχέσης μεταξύ των δύο στην μετά-Δεκέμβρη εποχή. Κατά την άποψη μου , ο λόγος είναι πως χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό πρόταγμα, οι όποιες σχέσεις μπορεί να αναπτύχθηκαν στο κοινωνικό πεδίο δεν βρίσκουν διέξοδο σε παραγωγική και ταυτόχρονα ανατρεπτική / καταστροφική πολιτική πράξη. Ας μην ξεχνάμε πως η καθολική απόρριψη των προταγμάτων και η άνευ όρων πίστη στις αρετές του αυθορμητισμού προϋποθέτει έμμεσα μια σχεδόν μεταφυσική πεποίθηση ότι η κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια ιστορική / αντικειμενική προδιάθεση να τείνει προς την αυτοοργάνωση και την απελευθέρωση με αναρχικούς όρους. Δηλαδή, προϋποθέτει την πίστη πως αν αφήσουμε την κοινωνία να εξελιχθεί ελεύθερα αυτή θα τείνει εξαιτίας μιας ιστορικής, οικονομικής ή ακόμη και κοινωνικής αναγκαιότητας προς την μορφή οργάνωσης που εμείς έχουμε στο μυαλό μας, χωρίς να χρειαστεί να παρέμβουμε ή να εργαστούμε πολιτικά προς αυτή την κατεύθυνση. Μια αντίληψη που βέβαια βρίσκεται στο όριο της μεταφυσικής!

Αν αυτό που έχουμε στο μυαλό μας δεν είναι παρά η δημιουργία μαζικών, αυτόνομων και συλλογικών θεσμών, χωρίς να διεκδικούμε για λογαριασμό μας την παραχώρηση ειδικών προνομίων ή την κατοχύρωση επίσημης εξουσίας πάνω στο κίνημα, τότε γιατί να φοβόμαστε να μιλήσουμε; Στο κάτω, κάτω το μόνο που διεκδικούμε σε αυτή την περίπτωση είναι το θάρρος της γνώμης μας.

Tuesday, February 17, 2009

Αυταπάτες των Αναρχικών


Η αισιοδοξία είναι βασικό στοιχείο της ψυχοσύνθεσης του επαναστάτη. Τον βοηθά να μην χάνει την πίστη του στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, να εμπιστεύεται τη δύναμη της λογικής τους, να μην απογοητεύεται από τις ήττες και τα πισωγυρίσματα. Όμως, όσο απαραίτητη είναι η αισιοδοξία για την διατήρηση της πίστης στην προοπτική μιας ριζοσπαστικής αλλαγής της κοινωνίας, άλλο τόσο αντεπαναστατική είναι η υπέρ-αισιοδοξία που δεν επιτρέπει στους ακτιβιστές να αντιληφθούν τα λάθη τους, να αξιολογήσουν σωστά την κοινωνική συγκυρία και να ανασκευάσουν την στρατηγική και τις τακτικές τους.
Ο Δεκέμβρης του 2008 έδωσε το έναυσμα για τη διεύρυνση των συγκρουσιακών πεδίων στην ελληνική κοινωνία, σηματοδότησε την εμπλοκή νέων κοινωνικών ομάδων σε μια διαδικασία μετωπικής αντιπαράθεσης με το σύστημα και βούτηξε στην ανυποληψία τους πολιτικούς θεσμούς του κατεστημένου. Για ένα μικρό διάστημα, η υφέρπουσα κοινωνική εξέγερση υπερπήδησε τα παγιωμένα πολεοδομικά όρια μέσα στα οποία φρόντισαν να την εγκλωβίσουν οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, ξεχείλισε από το ηρωικό προπύργιο των Εξαρχείων και κατέλαβε το κέντρο της Αθήνας, τις συνοικίες και τα αστικά κέντρα της επαρχίας. Το στοίχημα για τα αντιεξουσιαστικά στοιχεία ήταν η μονιμοποίηση αυτής της εξάπλωσης των ορίων της κοινωνικής εξέγερσης, η συστράτευση των εξεγερμένων στρωμάτων σε ένα ενιαίο κίνημα ανατροπής και η αποφυγή της επαναφοράς του κινήματος στην πρότερη κατάσταση πολιτικής και κοινωνικής απομόνωσης του που ίσχυε πριν από το αυθόρμητο ξέσπασμα του Δεκέμβρη.
Βλέποντας τον τίτλο του Indymedia, «Τίποτα δεν τελείωσε… Όλα συνεχίζονται!» και το αυτάρεσκο άρθρο που δημοσιεύτηκε σε αυτές τις σελίδες αναφορικά με την πορεία για την Κωνστ. Κούνεβα («Σχετικά με την πορεία για την Κ. Κούνεβα», http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=976786) δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ μήπως ολόκληρο το αναρχικό κίνημα πάσχει από εκείνες τις αυταπάτες επαναστατικής υπεραισιοδοξίας που το εμποδίζουν να δει καθαρά την κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από αυτό. Ενώ το Indymedia βαυκαλίζεται ότι τίποτα δεν τελείωσε και οι ανώνυμοι εκφραστές του αναρχικού δόγματος πανηγυρίζουν για το σπάσιμο πέντε μαγαζιών στο Γκάζι,[i] η ελληνική κοινωνία βαθμιαία επανακάμπτει σε καθιερωμένες νοοτροπίες αγέλης, υιοθετεί την «επίσημη» ερμηνεία της εξέγερσης του Δεκεμβρίου που υποστηρίζεται από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και θέτει τον εαυτό της υπό την προστασία της «αντιπολίτευσης», προστρέχοντας στα τσακάλια (του ΠΑΣΟΚ) για να τη σώσουν από τους λύκους (της ΝΔ).
Δεν θέλω να απαξιώσω τη συνεισφορά των εκατοντάδων συντρόφων που επί μέρες πολέμησαν τους μπάτσους, συμμετείχαν στις καταλήψεις κι έλαβαν μέρος στις συνελεύσεις, ούτε να αμφισβητήσω τις προθέσεις τους. Είμαι όμως αντίθετος με μια «επαναστατική» νοοτροπία που, σαν άλλος δον Κιχώτης, κατασκευάζει κατά φαντασίαν «εχθρούς» στα μέτρα της, για να θριαμβολογήσει ύστερα για τις νίκες που πετυχαίνει. Μήπως αυτό δεν συνέβη στην πορεία για την Κούνεβα όταν γράφοντας από αυτό το βήμα, κάποιος ανώνυμος αναρχικός περιέγραψε, με μπόλικες δόσεις λογοτεχνικού λυρισμού, το μετρό ως «κλειστή απαστράπτουσα μηχανή μεταφοράς της εργατικής δύναμης (sic)», για να συγχαρεί έπειτα τους συντρόφους που πέτυχαν άλλη μια «νίκη» για το κίνημα κόντρα σε αυτή την «απαστράπτουσα μηχανή» βανδαλίζοντας τον σταθμό στο Γκάζι; Δεν εξετάζω εδώ αν ο βανδαλισμός ήταν σωστή ή λάθος κίνηση, αλλά προβληματίζομαι από το γεγονός ότι παρουσιάστηκε από τον ανώνυμο συγγραφέα (με πολλούς από κάτω να προσυπογράφουν) ως μεγάλη επιτυχία του κινήματος. Δεν μοιάζει αυτή η τακτική με το χτίσιμο ενός χάρτινου πύργου που μόνοι μας τον φτιάξαμε, μόνο και μόνο για να τον γκρεμίσουμε μετά πιο εύκολα;
Για να αποφύγουμε μελλοντικά τέτοιες εξάρσεις ψευτοεπαναστατικού ζήλου, θα προσπαθήσω εδώ να ορίσω με νηφαλιότητα κι όσο πιο αποστασιοποιημένα μπορώ τα θεμελιώδη κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, να «μετρήσουμε» την πρόοδο ενός κοινωνικού κινήματος. Τα κριτήρια αυτά βασίζονται τόσο στην μελέτη της ιστορίας των επαναστατικών κινημάτων, όσο και στη συμβατότητα τους με τον τελικό επιθυμητό στόχο, που για κάθε γνήσιο αναρχικό οφείλει να είναι η δημιουργία μιας αμεσοδημοκρατικής κοινωνίας χωρίς εξουσιαστικές δομές, κράτος, αγορά και χρήμα.


Μετατροπή του αναρχικού κινήματος σε πλειοψηφικό ρεύμα και εισροή νέων ακτιβιστών στις τάξεις του.


Πέρα από την αυθόρμητη συμμαχία με τους κατοίκους των Εξαρχείων ενάντια στα ΜΑΤ τις πρώτες ημέρες της εξέγερσης, κανένα κομμάτι της κοινωνίας δεν προσχώρησε στο αναρχικό ρεύμα. Η κατάληψη της ΓΣΕΕ έληξε άδοξα, αφού από τους πεντακόσιους εργάτες που συγκεντρώθηκαν στην πρώτη συνέλευση της Ελεύθερης Εργατικής Ζώνης, οι περισσότεροι ήταν από πριν μέλη της Ε.Σ.Ε. Επιπλέον, κανένα εργατικό συνδικάτο δεν αποκήρυξε επίσημα τον ρεφορμισμό για να ασπαστεί τις επαναστατικές ιδέες, δεν σημειώθηκε μαζική μετατόπιση μελών ή επαγγελματικών ομάδων από τον επίσημο συνδικαλισμό προς αυτόνομες μορφές οργάνωσης, ούτε μπόρεσε η Ε.Ε.Ζ. να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προκειμένου να πεισθούν οι γραφειοκρατικές εργατικές συνομοσπονδίες να οργανώσουν την Γενική Απεργία.
Ο αναρχισμός μπορεί να απέκτησε μερικούς καινούριους οπαδούς μέσα στον χώρο του φοιτητικού κινήματος, όμως οι πανεπιστημιακές συνελεύσεις εξανεμίστηκαν χωρίς να συμβάλλουν ουσιαστικά στην εδραίωση ενός αντι-εξουσιαστικού, αντιπολιτευτικού ρεύματος μέσα στα πανεπιστήμια, ή έστω στην ανάπτυξη παράλληλων θεσμών εναλλακτικής δημοκρατικής παιδείας.
Αναφορικά με τους μαθητές, οι επιθέσεις τους ενάντια στα αστυνομικά τμήματα επουδενί δεν μπορούν να ερμηνευτούν σαν το αποτέλεσμα της διείσδυσης των αναρχικών ιδεών στο μαθητικό κίνημα, ούτε μπορούν να αποδοθούν στην πολιτική προπαγάνδα του αναρχικού χώρου, εκτός εάν κάποιος νομίζει πως η πολιτική θεωρία του αναρχισμού εξαντλείται και δεν έχει να προτείνει τίποτα άλλο πέρα από επιθέσεις στους μπάτσους. Στην πραγματικότητα, οι επιθέσεις ήταν μια ενστικτώδικη αντίδραση των μαθητών ενάντια στη συστημική βία που υφίστανται καθημερινά. Όσοι δραστηριοποιούνται στον αναρχικό πολιτικό χώρο είναι «υπόλογοι» διότι δεν μπόρεσαν να μετατρέψουν την φυσική αποστροφή που νιώθουν οι μαθητές για τα σύμβολα της εξουσίας, σε θετική προδιάθεση σχετικά με την προοπτική συγκρότησης μιας κοινωνίας χωρίς εξουσιαστικές σχέσεις και θεσμούς. Η προσωρινή παρακώλυση της λειτουργίας του εκπαιδευτικού μηχανισμού, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εξοικείωση των νέων με τις βασικές αρχές της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας καθώς και για την εφαρμογή αυτών των αρχών στην πράξη μέσα από τις μαθητικές συνελεύσεις. Έτσι οι μαθητές θα είχαν τη δυνατότητα να αναπτύξουν πολιτική συνείδηση και να υποβληθούν σε μια εναλλακτική διαδικασία κοινωνικοποίησης, καλλιεργώντας δεξιότητες και τρόπους σκέψης που θα τους καθιστούσαν άτομα με αυτόνομη σκέψη, ικανά να συγκροτήσουν και να μετέχουν στα δικά τους αμεσοδημοκρατικά συλλογικά όργανα. Ακόμη περισσότερο, θα είχαμε μια ολόκληρη γενιά η οποία έχοντας βιώσει την πολιτική συμμετοχή και την άμεση δημοκρατία στην πράξη, θα παρέμενε καχύποπτη απέναντι στους διεφθαρμένους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και δεκτική σε προτάσεις για εναλλακτικούς τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη και οι μαθητές αφέθηκαν έρμαια στις ορέξεις του συστήματος.
Όσο για τον ρόλο των μεταναστών, η μοναδική πρωτοβουλία που προήλθε από τον συγκεκριμένο χώρο αφορούσε την αυθόρμητη σύσταση ομάδων για μια πιο μεθοδική οργάνωση του πλιάτσικου στα μαγαζιά.
Μόλις υποχώρησε η οργή και το μαχητικό πνεύμα των πρώτων ημερών, οι κινητοποιήσεις καταλάγιασαν. Οι συμβολικές ενέργειες που έγιναν, όπως η προσωρινή κατάληψη στην ΕΡΤ, αποτελούν απόδειξη της φαντασίας και αστείρευτης δημιουργικότητας του κινήματος. Παρ’ όλα αυτά, επειδή οι ενέργειες ήταν μεμονωμένες και δεν εντάσσονταν σε κάποιο αντισυστημικό ιδεολογικό πλαίσιο με ξεκάθαρους στόχους και προσανατολισμό, το σύστημα μπόρεσε να τις απορροφήσει χωρίς ιδιαίτερες παρενέργειες και να τις παρουσιάσει ως τμήμα μιας αφηρημένης νεολαιίστικης διαμαρτυρίας με αίτημα «ένα καλύτερο μέλλον», φυσικά μέσα στο θεσμικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και της οικονομίας της αγοράς. Επόμενο βήμα στην επιχείρηση ανασκευής της ιστορίας της εξέγερσης του Δεκέμβρη που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας τα καθεστωτικά ΜΜΕ, ήταν η πολυδιάσπαση της εξέγερσης σε μονοθεματικά κινήματα «διαμαρτυρίας» με μεταρρυθμιστικά αιτήματα, τα οποία εύκολα κουμαντάρονται από τους εξουσιαστές (φοιτητές υπέρ της δημόσιας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, μαθητές για βελτίωση των συνθηκών στα σχολεία, κλπ.). Αυτό φυσικά είναι συνέπεια της παντελούς έλλειψης πολιτικού οράματος που χαρακτήρισε την εξέγερση, μια έλλειψη που ο σύγχρονος «άμορφος» αναρχισμός των αποσπασματικών αυτόνομων στεκιών και καταλήψεων δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει, αφού, σε ευθεία αντίθεση με τον κλασικό αναρχισμό, απορρίπτει εκ των προτέρων οποιαδήποτε συζήτηση αναφορικά με την μορφή, τους τρόπους οργάνωσης και την στρατηγική μετάβασης σε μια μελλοντική επαναστατική κοινωνία. Τα εκφραστικά μέσα που είχαν στη διάθεση τους οι εξεγερμένοι επαρκούσαν για να δηλώσουν απόρριψη, αλλά δεν ήταν αρκετά προκειμένου να εκφέρουν επαναστατικό πολιτικό λόγο. Μπόρεσαν να απαριθμήσουν αυτά στα οποία είναι αντίθετοι, αλλά δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν συστηματικό λόγο σχετικά με τα όσα επιθυμούν. Έτσι, η ριζοσπαστική απόρριψη που εξέφραζε η εξέγερση του Δεκέμβρη εξημερώθηκε και ο επαναστατικός ενθουσιασμός της διοχετεύτηκε σε τυποποιημένες φόρμες κοινωνικής διαμαρτυρίας με περιορισμένης εμβέλειας αιτήματα για «καλύτερη παιδεία», «μείωση της ανεργίας», «καταπολέμηση της εργασιακής ανασφάλειας», κλπ.


Έγιναν οι αναρχικές ιδέες ηγεμονικές, ενάντια στο κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα;

Ασφαλώς όχι. Η πλειοψηφία των πολιτών σήμερα δεν είναι πιο κοντά στις αναρχικές ιδέες απ’ ότι ήταν πριν από τις 6 του Δεκέμβρη. Πριν τη δολοφονία του Αλέξη κάποιες ενέργειες λαϊκής αντι-βίας (σπάσιμο τραπεζών, απαλλοτρίωση και ελεύθερη διανομή αγαθών από τα σουπερ-μάρκετ) που έγιναν από αντιεξουσιαστές, απέσπασαν την επιδοκιμασία μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων που το «ειρηνικό» κομμάτι των διαδηλωτών ενθάρρυνε τους αναρχικούς να κλιμακώσουν της δράση τους. Όμως το ζητούμενο δεν είναι η διεξαγωγή σποραδικών ενεργειών για λογαριασμό της κοινωνίας, αλλά η βιωματική εμπλοκή και συμμετοχή της κοινωνίας σε έναν καθημερινό αναρχισμό. Διαφορετικά οι αναρχικές ομάδες μετατρέπονται στην πράξη σε μια ακόμη πρωτοπορία που αρκείται να δρα ξέχωρα από το ευρύτερο σώμα της κοινωνίας και είναι ανήμπορη να κοινωνικοποιήσει τις αντιλήψεις της. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συμβαίνει γιατί το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα παραμένει συνειδητά διασπασμένο κι ανοργάνωτο, διότι δεν διαθέτει κάποιο βιώσιμο προκαταρκτικό σχέδιο αναφορικά με την μορφή που θα πάρει η ελεύθερη κοινωνία που θέλει να οικοδομήσει κι έτσι δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον κόσμο την ευκαιρία να διοχετεύσει την δυσπιστία που νιώθει απέναντι στο σύστημα, σε κανάλια δημιουργικής πολιτικής και κοινωνικής πράξης. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τη συγκρότηση συλλογικών δημοκρατικών θεσμών σε μαζική κοινωνική κλίμακα (π.χ. συνομοσπονδία τοπικών επαναστατικών συνελεύσεων), ένα σχέδιο δράσης όμως που βρίσκει αντίθετη την πλειοψηφία από τις αναρχικές συλλογικότητες που υπάρχουν στη χώρα. Η πρόταση για έστω μια υποτυπώδη σκιαγράφηση μιας μελλοντικής αμεσοδημοκρατικής κοινωνίας χωρίς Κράτος και χρήμα απορρίπτεται ως «αριστερίστικη» κι εν δυνάμει εξουσιαστική από τους αναρχικούς οι οποίοι εναποθέτουν όλες τις ελπίδες τους στον αυθορμητισμό και σε μια ρομαντική αντίληψη για το πώς επέρχεται ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Με αυτόν τον τρόπο αποποιούνται το βασικό επαναστατικό καθήκον τους. Αυτό δεν συνίσταται στο να υπαγορεύσουν στην κοινωνία ποιο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης είναι το «σωστό» ή το επιθυμητό, αλλά στο να δημιουργήσουν τις θεσμικές προϋποθέσεις που χρειάζονται προκειμένου ο κόσμος να επεξεργαστεί και να διαμορφώσει ελεύθερα, συλλογικά και μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες την μορφή κοινωνικής οργάνωσης που του ταιριάζει. Άλλωστε, η συγκατάθεση της κοινωνίας για οποιαδήποτε αποσπασματική δράση πραγματοποιούν οι αναρχικοί είναι κάτι αφηρημένο, όταν δεν υφίστανται οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους μπορεί να διαμορφώσει και να εκφράσει ρητά την βούληση της η κοινωνική πλειοψηφία. Η απουσία πολιτικού λόγου από μέρους των αναρχικών που έλαβαν μέρος στις πορείες, τις συγκρούσεις και τις καταλήψεις και η συνειδητή άρνηση διατύπωσης ενός εναλλακτικού κοινωνικού οράματος πέρα από γενικολογίες, ευχολόγια και μια εμμονή σε μια αντίληψη «δράσης για τη δράση», είχε σαν αποτέλεσμα την σταδιακή από-νοηματοδότηση της πολιτικής αντι-βίας που χρησιμοποίησε το κίνημα και την επανάκαμψη των «νοικοκυραίων» σε έναν τρόπο σκέψης που επικεντρώνεται στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης. Χάρη στην προπαγάνδα των ΜΜΕ αλλά και την έλλειψη αναρχικού πολιτικού λόγου, τα συγκρουσιακά φαινόμενα αποχωρίστηκαν από το πολιτικό τους υπόβαθρο και παρουσιάστηκαν στον πολύ κόσμο ως απλά επεισόδια χωρίς πολιτική σημασία ή σκοπό. Ο εξεγερσιακός αναρχισμός φανέρωσε σε αυτή την περίπτωση τα έμφυτα όρια του, προτάσσοντας την αντι-βία ως αυτοσκοπό. Προσωπικά γνωρίζω ανθρώπους που ήθελαν να κατέβουν στις συνελεύσεις, αλλά κρατήθηκαν μακριά από τις συνεχιζόμενες βίαιες συγκρούσεις και τον φόβο της σύλληψης. Οι υπερ-επαναστάτες ας μην βιαστούν να απαξιώσουν τους ανθρώπους αυτούς ως «βολεμένους» ή «νοικοκυραίους», αφού ο μετασχηματισμός του κυρίαρχου συστήματος αξιών και ιδεών σε μαζική κοινωνική κλίμακα υπέρ της κατάργησης των εξουσιαστικών σχέσεων, οφείλει να περιλαμβάνει το σύνολο της κοινωνίας και των πολιτών (πέρα από την πολιτικο-οικονομική ελίτ και τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα). Η διάχυτη αντι-βία κάποια στιγμή αποδείχτηκε αντιπαραγωγική και εμπόδισε το κίνημα να εξελιχθεί και να μεγαλώσει μέσα από την καθιέρωση μόνιμων θεσμών άμεσης δημοκρατίας που θα βοηθούσαν στην διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου κινητοποίησης μέσω της μαζικής προσέλευσης μιας μεγάλης μερίδας πολιτών στις συνελεύσεις των δικών τους συλλογικών οργάνων. Αντί να κατηγορούμε το 90% της κοινωνίας ότι είναι πρόβατα και βολεμένοι, θα έπρεπε να κάνουμε ανοίγματα σε αυτούς γιατί η αναρχία σαν μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη μόνο ως συντριπτικά πλειοψηφικό ρεύμα ελεύθερα επιλεγμένο από το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας. Εκτός αν φανταζόμαστε την αναρχία ως ένα ακόμη μειοψηφικό επαναστατικό εγχείρημα που αποσκοπεί να συσπειρώσει αποκλειστικά το υποπρολεταριάτο και να το οργανώσει προκειμένου να κηρύξει τον πόλεμο και να επιβάλλει μονομερώς την κυριαρχία του στο υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Αλλά τι είδους αναρχία θα είναι αυτή, αν όχι μια νέα εξουσιαστική αρχή;


Το αναρχικό κίνημα διαμορφώνει την κοινωνική ατζέντα;


Όχι βέβαια. Στην οικολογία, την εργασία, την μετανάστευση, την οικονομία, την πολιτική οι ελίτ εξακολουθούν να εφαρμόζουν την βάρβαρη, καταστροφική πολιτική τους. Το αναρχικό κίνημα εξακολουθεί να δίνει ηρωικές μάχες οπισθοφυλακής (προφυλακισθέντες, Γάζα, Κούνεβα, πάρκο Λέλας Κραγιάννη) και απλώς περιμένει την επόμενη θηριωδία του συστήματος για να αντιδράσει. Αυτή η τακτική δεν ταιριάζει σε ένα κίνημα ανατροπής και ριζοσπαστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, αλλά συνιστά απελπισμένη στάση αντίστασης, μιας αντίστασης που δεν είναι εφικτή μέσα στο παρών θεσμικό πλαίσιο. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως ένα κίνημα οφείλει να παράγει δική του αυτόνομη πολιτική και να οριοθετεί τους δικούς του στόχους, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και επιθετικές δράσεις που θα υποχρεώνουν τις ελίτ να καταφεύγουν σε αμυντικές τακτικές, όχι να επαφίεται στον κανιβαλισμό του συστήματος για να πάρει πρωτοβουλίες. Δύο μήνες μετά τον Δεκέμβρη, αντί να βρισκόμαστε στην επίθεση έχοντας ιδρύσει ένα ισχυρό δίκτυο από μόνιμους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς (συνελεύσεις πολιτών, κλπ.), εξαπλώνοντας την εμβέλεια τους, αποσπώντας όλο και περισσότερο κόσμο από την αποχαύνωση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και εξοικειώνοντας τους με την καθημερινή πρακτική της αυτοκυβέρνησης, είμαστε πάλι σε άμυνα μαχόμενοι για την απελευθέρωση των συντρόφων μας που σαπίζουν στις κρατικές φυλακές.


Βρίσκεται το αναρχικό κίνημα σε ένα υψηλότερο επίπεδο πολιτικής συνειδητοποίησης μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη;


Δυστυχώς κι εδώ η απάντηση είναι όχι. Το αναρχικό κίνημα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις παραδοσιακές ιδεολογικές προκαταλήψεις του και απέτυχε να υπερβεί την αρχή της ομοφωνίας ως μέθοδο λήψης αποφάσεων, η οποία είναι εντελώς ακατάλληλη και ανεφάρμοστη για μια αναρχία εφαρμοσμένη σε μαζική κοινωνική κλίμακα. Η προσκόλληση στην ομοφωνία ισοδυναμεί με την δικτατορία του ενός και προκαθορίζει τα πολιτικά όρια της αναρχίας ως οργανωτικής μεθόδου κατάλληλης για την εσωτερική λειτουργία ολιγομελών ομάδων και όχι ως βάσης για ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Άρα, εκ των πραγμάτων, λόγω των έμφυτων λειτουργικών περιορισμών που ενέχει η τήρηση της αρχής της ομοφωνίας, ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι μέσα στους στόχους του αναρχικού κινήματος με την μορφή που αυτό έχει σήμερα. Και φυσικά η έλλειψη ενός σχεδίου σύνδεσης των σκόρπιων αυτόνομων ομάδων σε μια συνομοσπονδιακή δομή δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αρμονική συνύπαρξη των μελλοντικών ελεύθερων κοινοτήτων, αλλά ενδέχεται να οδηγήσει στην ανάπτυξη ακόμη και ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ τους.
Ως προς το ζήτημα της βελτίωσης της εσωτερικής δομής και του τρόπου λειτουργίας των συνελεύσεων, δεν δημιουργήθηκαν δημοκρατικές θεσμικές διαδικασίες μέσα στις συνελεύσεις που να κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην ισηγορία (το ίσο δικαίωμα του καθενός να εκφράζει ελεύθερα την άποψη του και να υποβάλλει θέματα προς ψήφιση), την ύπαρξη ανακλητών εντολοδόχων (ΟΧΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ) δεσμευμένων με ρητές οδηγίες από την συνέλευση, ανακλητών επιτροπών, κλπ. που θα καθιστούσαν τις συνελεύσεις ελκυστικές και λειτουργικές με δυνατότητα διεύρυνσης για να συμπεριλάβουν το ευρύ κοινό. Ας μην ξεχνάμε πως όταν εφαρμόζονται αποκλειστικά σε «πρωτοβουλιακή» βάση, οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μπορούν να αποξενώσουν και να «τρομάξουν» τον κόσμο, αντί να αποτελέσουν πόλο έλξης για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Όλα αυτά δείχνουν κατά την γνώμη μου πως το αναρχικό κίνημα δεν έμαθε από την εμπειρία του Δεκεμβρίου και αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια ψυχολογική κατάσταση άρνησης. Διάφοροι ανώνυμοι αναρχικοί εξακολουθούν να μιλούν και να γράφουν για μια «εξέγερση» που έχει σβήσει προ πολλού και να την παρουσιάζουν σαν χειροπιαστή πολιτική πραγματικότητα, σαν υπαρκτό κίνημα με σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά, όργανα διαμόρφωσης πολιτικής και επιδιώξεις. Όμως, οι κεντρικές συνελεύσεις μας διαλύθηκαν, οι τοπικές συνελεύσεις φυτοζωούν και τα αυτόνομα στέκια παραμένουν διασκορπισμένα και ανίκανα να σχηματίσουν ένα ενιαίο κίνημα.
Ο Δεκέμβρης πέρασε και αυτό που χρειάζεται τώρα είναι περισυλλογή κι αυτοκριτική ώστε όταν έρθει ο επόμενος «Δεκέμβρης» το κίνημα να είναι ποιο έτοιμο να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις των καιρών.




[i] Γράφει ο ανώνυμος συγγραφέας που σχολίασε την πορεία για την Κούνεβα από «αναρχική» σκοπιά: «Όταν η πορεία έφτασε έγινε γρήγορα σαφές ότι η διάδραση μεταξύ του κόσμου της εξέγερσης και των ναών του θεάματος που θησαυρίζουν χάρη στην εκμετάλλευση επισφαλούς εργασίας δε θα είχε ειρηνική έκβαση. Η αυθόρμητη επίθεση στο mamacas’ και σε ότι αυτό συμβολίζει με τη μη μου άπτου, αποστειρωμένη ψευδο-gay, και politically correct, καπιταλιστική αισθητική του, συμπληρώθηκε από την επίθεση στο mad η οποία ήταν χρωστούμενη χρόνια τώρα από τα σαββατόβραδα της αλλοτρίωσης που επιφυλάσσουν τα γαμάτα αντικουλτουριάρικα clubs. Οι επιθέσεις αυτές απλώς υπογράμμισαν ότι οι αληθινές γιορτές γίνονται στον δρόμο και μέχρι σήμερα λέγονται διαδηλώσεις, συγκρούσεις, απαλλοτριώσεις, street-parties». Κάποιος είχε πει ότι το νεφελώδες ιδίωμα των μεταμοντέρνων γεμάτο με μεταφορές, συμβολισμούς και αλληγορίες, σχεδιάστηκε για να κρύψει την απόλυτη έλλειψη πραγματικού πολιτικού λόγου. Κρίνοντας από το παραπάνω κείμενο, μάλλον είχε δίκιο.